Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
göğüs
🔉
στήθος (το)
🔉
θώρακας (ο)
🔉
μαστός (ο)
🔉
göğüs boşluğu
🔉
θωρακική κοιλότητα (η)
🔉
göğüs çaprazı
🔉
χιαστός ιμάντας στήθους (ο)
🔉
göğüs cerrahisi
🔉
θωρακοχειρουργική (η)
🔉
göğüs çukuru
🔉
στέρνιο βοθρίο (το)
🔉
göğüs darlığı
🔉
δύσπνοια (η)
🔉
σφίξιμο στο στήθος (το)
🔉
göğüs eti
🔉
κρέας στήθους (το)
🔉
στήθος (το)
🔉
göğüs göğüse
🔉
στήθος με στήθος
🔉
σώμα με σώμα
🔉
göğüs hastalığı
🔉
θωρακική νόσος (η)
🔉
πνευμονοπάθεια (η)
🔉
göğüs ingini
🔉
στηθάγχη (η)
🔉
göğüs kafesi
🔉
θωρακικός κλωβός (ο)
🔉
göğüs kemiği
🔉
στέρνο (το)
🔉
göğüs kovuğu
🔉
θωρακική κοιλότητα (η)
🔉
göğüs sesi
🔉
θωρακική φωνή (η)
🔉
göğüs tahtası
🔉
σανίδα στήθους (η)
🔉
göğüsleme
🔉
αντιμετώπιση (η)
🔉
υποδοχή με το στήθος (η)
🔉
göğüslemek
🔉
αντιμετωπίζω
🔉
υποδέχομαι με το στήθος
🔉
göğüslenme
🔉
αντιμετώπιση (η)
🔉
göğüslenmek
🔉
αντιμετωπίζεται
🔉
göğüsleşme
🔉
σύγκρουση σώμα με σώμα (η)
🔉
göğüsleşmek
🔉
συγκρούομαι σώμα με σώμα
🔉
göğüsleyebilme
🔉
δυνατότητα αντιμετώπισης (η)
🔉
göğüsleyebilmek
🔉
μπορώ να αντιμετωπίσω
🔉
göğüslü
🔉
στηθάτος
🔉
με στήθος
🔉
göğüslüce
🔉
στηθάτα
🔉
με στήθος
🔉
göğüslük
🔉
θωράκιο (το)
🔉
στηθόδεσμος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱