Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
gönül 🔉  

καρδιά (η) 🔉  
ψυχή (η) 🔉  
διάθεση (η) 🔉  
έρωτας (ο) 🔉  
gönül avcısı 🔉  

καρδιοκατακτητής (ο) 🔉  
γυναικοκατακτητής (ο) 🔉  
gönül bağı 🔉  

συναισθηματικός δεσμός (ο) 🔉  
δεσμός καρδιάς (ο) 🔉  
gönül belası 🔉  

μπελάς του έρωτα (ο) 🔉  
ερωτικός μπελάς (ο) 🔉  
gönül birliği 🔉  

σύμπνοια (η) 🔉  
ομοψυχία (η) 🔉  
gönül borçlusu 🔉  

υπόχρεος (ο) 🔉  
οφειλέτης (ο) 🔉  
gönül borcu 🔉  

ηθικό χρέος (το) 🔉  
χρέος καρδιάς (το) 🔉  
gönül bulantısı 🔉  

ναυτία (η) 🔉  
αηδία (η) 🔉  
gönül çöküşü 🔉  

ψυχική κατάρρευση (η) 🔉  
ηθική κατάπτωση (η) 🔉  
gönül darlığı 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
ψυχική στενότητα (η) 🔉  
gönül dilencisi 🔉  

ζητιάνος της αγάπης (ο) 🔉  
επαίτης της καρδιάς (ο) 🔉  
gönül eğlencesi 🔉  

ερωτική διασκέδαση (η) 🔉  
φλερτ (το) 🔉  
gönül eri 🔉  

άνθρωπος της καρδιάς (ο) 🔉  
ευγενής ψυχή (η) 🔉  
gönül ferahlığı 🔉  

ανακούφιση (η) 🔉  
ψυχική γαλήνη (η) 🔉  
gönül hoşluğu 🔉  

ευχαρίστηση (η) 🔉  
ικανοποίηση (η) 🔉  
gönül maskarası 🔉  

γελοίος εραστής (ο) 🔉  
περίγελος του έρωτα (ο) 🔉  
gönül meselesi 🔉  

ερωτική υπόθεση (η) 🔉  
ζήτημα καρδιάς (το) 🔉  
gönül okşayıcı 🔉  

κολακευτικός 🔉  
ευχάριστος 🔉  
gönül okşayıcılığı 🔉  

κολακεία (η) 🔉  
ευχαρίστηση (η) 🔉  
gönül rahatlığı 🔉  

ηρεμία (η) 🔉  
γαλήνη (η) 🔉  
ήσυχη συνείδηση (η) 🔉  
gönül rızası 🔉  

οικειοθελής συγκατάθεση (η) 🔉  
πρόθυμη συναίνεση (η) 🔉  
gönül tokluğu 🔉  

ολιγάρκεια (η) 🔉  
αυτάρκεια (η) 🔉  
gönül uğrusu 🔉  

ερωτοκλέφτης (ο) 🔉  
καρδιοκλέφτης (ο) 🔉  
gönül yarası 🔉  

πληγή της καρδιάς (η) 🔉  
ψυχικό τραύμα (το) 🔉  
gönüldaş 🔉  

ομοϊδεάτης (ο) 🔉  
σύντροφος (ο) 🔉  
gönüldaşlık 🔉  

ομοϊδεατισμός (ο) 🔉  
συντροφικότητα (η) 🔉  
gönüllendirme 🔉  

ενθάρρυνση (η) 🔉  
παρότρυνση (η) 🔉  
gönüllendirmek 🔉  

ενθαρρύνω 🔉  
παροτρύνω 🔉  
gönüllenme 🔉  

ενθάρρυνση (η) 🔉  
προθυμοποίηση (η) 🔉  
gönüllenmek 🔉  

ενθαρρύνομαι 🔉  
προθυμοποιούμαι 🔉  
gönüllü 🔉  

εθελοντής (ο) 🔉  
εθελόντρια (η) 🔉  
πρόθυμος 🔉  
gönüllü gönülsüz 🔉  

θέλοντας και μη 🔉  
με το ζόρι 🔉  
gönüllüce 🔉  

προθύμως 🔉  
εθελοντικώς 🔉  
gönüllülük 🔉  

εθελοντισμός (ο) 🔉  
προθυμία (η) 🔉  
gönülsüz 🔉  

απρόθυμος 🔉  
άκεφος 🔉  
gönülsüzce 🔉  

απροθύμως 🔉  
άκεφα 🔉  
gönülsüzlük 🔉  

απροθυμία (η) 🔉  
ακεφιά (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱