Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆görü 🔉  

όραμα (το) 🔉  
οπτασία (η) 🔉  
☆görücü 🔉  

προξενητής (ο) 🔉  
προξενήτρα (η) 🔉  
☆görücülük 🔉  

προξενιό (το) 🔉  
προξενητική (η) 🔉  
☆görülebilme 🔉  

δυνατότητα να ιδωθεί (η) 🔉  
ορατότητα (η) 🔉  
☆görülebilmek 🔉  

μπορώ να ιδωθώ 🔉  
δύναμαι να φανώ 🔉  
☆görülme 🔉  

θέαση (η) 🔉  
εμφάνιση (η) 🔉  
☆görülmek 🔉  

φαίνομαι 🔉  
θεωρούμαι 🔉  
εμφανίζομαι 🔉  
☆görülmemiş 🔉  

πρωτοφανής 🔉  
ανήκουστος 🔉  
☆görülmemişlik 🔉  

πρωτοφανές (το) 🔉  
ανηκουστότητα (η) 🔉  
☆görülüş 🔉  

εμφάνιση (η) 🔉  
όψη (η) 🔉  
☆görüm 🔉  

θέα (η) 🔉  
όψη (η) 🔉  
☆görümce 🔉  

κουνιάδα (η) 🔉  
☆görümcelik 🔉  

ιδιότητα κουνιάδας (η) 🔉  
☆görümlük 🔉  

εμφάνιση (η) 🔉  
όψη (η) 🔉  
☆görümsetme 🔉  

επίδειξη (η) 🔉  
προβολή (η) 🔉  
☆görünebilme 🔉  

δυνατότητα να φανεί (η) 🔉  
δυνατότητα να εμφανισθεί (η) 🔉  
☆görünebilmek 🔉  

μπορώ να φανώ 🔉  
μπορώ να εμφανισθώ 🔉  
☆görünge 🔉  

τροχιά (η) 🔉  
πορεία (η) 🔉  
☆görüngü 🔉  

φαινόμενο (το) 🔉  
☆görüngü bilimi 🔉  

φαινομενολογία (η) 🔉  
☆görüngü bilimsel 🔉  

φαινομενολογικός 🔉  
☆görüngücü 🔉  

φαινομενολόγος (ο) 🔉  
☆görüngücülük 🔉  

φαινομενολογία (η) 🔉  
☆görünme 🔉  

εμφάνιση (η) 🔉  
φάνημα (το) 🔉  
☆görünmek 🔉  

φαίνομαι 🔉  
εμφανίζομαι 🔉  
☆görünmez 🔉  

αόρατος 🔉  
☆görünmez kaza 🔉  

ατύχημα χωρίς εμφανή αιτία (το) 🔉  
☆görünmezlik 🔉  

αορατότητα (η) 🔉  
☆görüntü 🔉  

εικόνα (η) 🔉  
απεικόνιση (η) 🔉  
☆görüntüleme 🔉  

απεικόνιση (η) 🔉  
απεικονιστική εξέταση (η) 🔉  
☆görüntülemek 🔉  

απεικονίζω 🔉  
καταγράφω εικόνα 🔉  
☆görüntülenme 🔉  

απεικόνιση (η) 🔉  
απεικονισμός (ο) 🔉  
☆görüntülenmek 🔉  

απεικονίζομαι 🔉  
καταγράφoμαι σε εικόνα 🔉  
☆görüntületme 🔉  

ανάθεση απεικόνισης (η) 🔉  
☆görüntületmek 🔉  

βάζω να απεικονίσει 🔉  
αναθέτω απεικόνιση 🔉  
☆görüntüleyebilme 🔉  

δυνατότητα απεικόνισης (η) 🔉  
☆görüntüleyebilmek 🔉  

μπορώ να απεικονίσω 🔉  
☆görüntüleyici 🔉  

απεικονιστής (ο) 🔉  
απεικονιστικό μέσο (το) 🔉  
☆görüntülü 🔉  

με εικόνα 🔉  
εικονογραφημένος 🔉  
οπτικός 🔉  
☆görüntülük 🔉  

εικονοληψία (η) 🔉  
απεικονιστική ικανότητα (η) 🔉  
☆görüntüsel 🔉  

εικονικός 🔉  
απεικονιστικός 🔉  
☆görüntüsüz 🔉  

χωρίς εικόνα 🔉  
άνευ απεικόνισης 🔉  
☆görünüm 🔉  

εμφάνιση (η) 🔉  
όψη (η) 🔉  
προοπτική (η) 🔉  
☆görünümlü 🔉  

εμφανίσιμος 🔉  
με όψη 🔉  
☆görünür 🔉  

ορατός 🔉  
εμφανής 🔉  
☆görünürde 🔉  

φαινομενικά 🔉  
εκ πρώτης όψεως 🔉  
☆görünürlerde 🔉  

στα φαινόμενα 🔉  
επιφανειακά 🔉  
☆görünürlük 🔉  

ορατότητα (η) 🔉  
εμφανότητα (η) 🔉  
☆görünüş 🔉  

εμφάνιση (η) 🔉  
όψη (η) 🔉  
☆görünüşlü 🔉  

εμφανίσιμος 🔉  
ευπαρουσίαστος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱