Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
gümüş
🔉
ασήμι (το)
🔉
gümüş balığı
🔉
ασημόψαρο (το)
🔉
gümüş balığıgiller
🔉
ασημόψαρα (τα)
🔉
gümüş gol
🔉
ασημένιο γκολ (το)
🔉
gümüş grisi
🔉
ασημί γκρι (το)
🔉
gümüş kaplama
🔉
επάργυρωση (η)
🔉
ασημένια επιμετάλλωση (η)
🔉
gümüş rengi
🔉
ασημί χρώμα (το)
🔉
gümüş varak
🔉
ασημόφυλλο (το)
🔉
gümüş yağmurcun
🔉
ασημότρυγγας (η)
🔉
gümüş yıl
🔉
ασημένιο έτος (το)
🔉
gümüşçü
🔉
αργυροχόος (ο)
🔉
ασημουργός (ο)
🔉
gümüşçülük
🔉
αργυροχοΐα (η)
🔉
ασημουργία (η)
🔉
gümüşçün
🔉
ασημοσουσουράδα (η)
🔉
gümüşgöz
🔉
ασημόματης (ο)
🔉
Gümüşhacıköy
🔉
Γκιουμούςχατζικιοϊ (το)
🔉
Gümüşhane
🔉
Γκιουμουσχανέ (το)
🔉
Gümüşhaneli
🔉
από το Γκιουμουσχανέ
🔉
Gümüşhanelilik
🔉
καταγωγή από το Γκιουμουσχανέ (η)
🔉
gümüşi
🔉
ασημένιος
🔉
ασημί
🔉
gümüşi akasya
🔉
ασημένια ακακία (η)
🔉
gümüşleme
🔉
επάργυρωση (η)
🔉
gümüşlemek
🔉
επαργυρώνω
🔉
gümüşlenme
🔉
επάργυρωση (η)
🔉
gümüşlenmek
🔉
επαργυρώνομαι
🔉
gümüşletme
🔉
επάργυρωση (η)
🔉
gümüşletmek
🔉
επαργυρώνω
🔉
gümüşlü
🔉
ασημένιος
🔉
με ασήμι
🔉
Gümüşova
🔉
Γκιουμούςοβα (το)
🔉
gümüşservi
🔉
ασημοκυπάρισσο (το)
🔉
gümüşsü
🔉
ασημίζων
🔉
ασημόχρωμος
🔉
gümüşsüz
🔉
χωρίς ασήμι
🔉
gümüşümsü
🔉
ασημωπός
🔉
ασημίζων
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱