Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
güven
🔉
εμπιστοσύνη (η)
🔉
πίστη (η)
🔉
güven ışığı
🔉
αχτίδα εμπιστοσύνης (η)
🔉
güven mektubu
🔉
διαπιστευτήρια (τα)
🔉
güven oylaması
🔉
ψήφος εμπιστοσύνης (η)
🔉
güven yazısı
🔉
διαβεβαίωση (η)
🔉
εγγυητική επιστολή (η)
🔉
güvenç
🔉
εγγύηση (η)
🔉
διαβεβαίωση (η)
🔉
güvence
🔉
εγγύηση (η)
🔉
διασφάλιση (η)
🔉
güvence akçesi
🔉
εγγυοδοσία (η)
🔉
εγγυητικό ποσό (το)
🔉
güvenceci
🔉
εγγυητής (ο)
🔉
güvencecilik
🔉
εγγυοδοσία (η)
🔉
güvenceli
🔉
εγγυημένος
🔉
ασφαλισμένος
🔉
güvencesiz
🔉
χωρίς εγγύηση
🔉
ανασφάλιστος
🔉
güvencesizlik
🔉
έλλειψη εγγύησης (η)
🔉
ανασφάλεια (η)
🔉
güvençli
🔉
με εγγύηση
🔉
ασφαλής
🔉
güvençsiz
🔉
χωρίς εγγύηση
🔉
ανασφαλής
🔉
güvendirme
🔉
ενίσχυση εμπιστοσύνης (η)
🔉
καθησύχαση (η)
🔉
güvendirmek
🔉
εμπνέω εμπιστοσύνη
🔉
καθησυχάζω
🔉
güvenebilme
🔉
δυνατότητα εμπιστοσύνης (η)
🔉
güvenebilmek
🔉
δύναμαι να εμπιστευθώ
🔉
güvenilebilme
🔉
δυνατότητα να είναι αξιόπιστος (η)
🔉
güvenilebilmek
🔉
δύναμαι να είμαι αξιόπιστος
🔉
δύναμαι να εμπιστευθώ
🔉
güvenilir
🔉
αξιόπιστος
🔉
έμπιστος
🔉
güvenilirlik
🔉
αξιοπιστία (η)
🔉
güvenilme
🔉
εμπιστοσύνη (η)
🔉
güvenilmek
🔉
εμπιστεύομαι
🔉
θεωρούμαι αξιόπιστος
🔉
güvenirlik
🔉
αξιοπιστία (η)
🔉
güveniş
🔉
εμπιστοσύνη (η)
🔉
güvenli
🔉
ασφαλής
🔉
έμπιστος
🔉
güvenlik
🔉
ασφάλεια (η)
🔉
güvenlik borusu
🔉
σωλήνας ασφαλείας (ο)
🔉
güvenlik engeli
🔉
φράγμα ασφαλείας (το)
🔉
güvenlik görevlisi
🔉
φύλακας (ο)
🔉
υπάλληλος ασφαλείας (ο)
🔉
güvenlik şeridi
🔉
ταινία ασφαλείας (η)
🔉
λωρίδα ασφαλείας (η)
🔉
güvenlik vanası
🔉
βαλβίδα ασφαλείας (η)
🔉
güvenlilik
🔉
ασφάλεια (η)
🔉
güvenme
🔉
εμπιστοσύνη (η)
🔉
güvenmek
🔉
εμπιστεύομαι
🔉
έχω εμπιστοσύνη
🔉
güvenmelik
🔉
εμπιστευτικότητα (η)
🔉
güvenoyu
🔉
ψήφος εμπιστοσύνης (η)
🔉
güvensiz
🔉
ανασφαλής
🔉
δύσπιστος
🔉
güvensizce
🔉
με δυσπιστία
🔉
ανασφαλώς
🔉
güvensizlik
🔉
δυσπιστία (η)
🔉
ανασφάλεια (η)
🔉
güvensizlik önergesi
🔉
πρόταση δυσπιστίας (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱