Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
güz
🔉
φθινόπωρο (το)
🔉
☆
güz çiğdemi
🔉
φθινοπωρινός κρόκος (ο)
🔉
☆
güz dönemi
🔉
φθινοπωρινό εξάμηνο (το)
🔉
φθινοπωρινή περίοδος (η)
🔉
☆
güz noktası
🔉
φθινοπωρινή ισημερία (η)
🔉
☆
güzel
🔉
ωραίος
🔉
όμορφος
🔉
καλός
🔉
☆
güzel duyu
🔉
αισθητική (η)
🔉
☆
güzel duyuculuk
🔉
αισθητισμός (ο)
🔉
☆
güzel duyusal
🔉
αισθητικός
🔉
☆
güzel güzel
🔉
ωραία ωραία
🔉
ήσυχα και όμορφα
🔉
☆
güzel sanatlar
🔉
καλές τέχνες (οι)
🔉
☆
güzel yazı sanatı
🔉
καλλιγραφία (η)
🔉
☆
güzelavrat otu
🔉
μπελαντόνα (η)
🔉
☆
Güzelbahçe
🔉
Γκιουζελμπαχτσέ (τοπωνύμιο)
🔉
☆
güzelce
🔉
αρκετά ωραία
🔉
ωραιούτσικος
🔉
☆
güzelhatun çiçeği
🔉
ωραία κυρία (η)
🔉
☆
güzelleme
🔉
εγκώμιο (το)
🔉
ωραιοποίηση (η)
🔉
☆
güzelleşebilme
🔉
δυνατότητα να ομορφύνει (η)
🔉
☆
güzelleşebilmek
🔉
δύναμαι να ομορφύνω
🔉
δύναμαι να εξωραϊστώ
🔉
☆
güzelleşme
🔉
ομορφιά (η)
🔉
εξωραϊσμός (ο)
🔉
☆
güzelleşmek
🔉
ομορφαίνω
🔉
εξωραΐζομαι
🔉
☆
güzelleştirebilme
🔉
δυνατότητα εξωραϊσμού (η)
🔉
☆
güzelleştirebilmek
🔉
δύναμαι να εξωραΐσω
🔉
δύναμαι να ομορφύνω
🔉
☆
güzelleştirilme
🔉
εξωραϊσμός (ο)
🔉
☆
güzelleştirilmek
🔉
εξωραΐζομαι
🔉
☆
güzelleştirme
🔉
εξωραϊσμός (ο)
🔉
ωραιοποίηση (η)
🔉
☆
güzelleştirmek
🔉
εξωραΐζω
🔉
ομορφαίνω
🔉
☆
güzellik
🔉
ομορφιά (η)
🔉
κάλλος (το)
🔉
☆
güzellik enstitüsü
🔉
ινστιτούτο αισθητικής (το)
🔉
☆
güzellik kraliçesi
🔉
βασίλισσα ομορφιάς (η)
🔉
☆
güzellik malzemesi
🔉
καλλυντικό (το)
🔉
☆
güzellik müstahzarları
🔉
καλλυντικά (τα)
🔉
☆
güzellik salonu
🔉
ινστιτούτο αισθητικής (το)
🔉
κέντρο ομορφιάς (το)
🔉
☆
güzellik yarışması
🔉
διαγωνισμός ομορφιάς (ο)
🔉
☆
güzellikle
🔉
με ομορφιά
🔉
ωραία
🔉
☆
Güzelyurt
🔉
Γκιουζελγιούρτ (τοπωνύμιο)
🔉
☆
güzergâh
🔉
διαδρομή (η)
🔉
δρομολόγιο (το)
🔉
πορεία (η)
🔉
☆
güzeşte
🔉
παρελθόν (το)
🔉
☆
güzey
🔉
βόρεια πλαγιά (η)
🔉
βόρεια πλευρά (η)
🔉
☆
güzide
🔉
εκλεκτός
🔉
επίλεκτος
🔉
☆
güzidelik
🔉
εκλεκτότητα (η)
🔉
επιλεκτότητα (η)
🔉
☆
güzlek
🔉
φθινοπωρινός βοσκότοπος (ο)
🔉
☆
güzleme
🔉
φθινοπωρινή βοσκή (η)
🔉
☆
güzlemek
🔉
βόσκω το φθινόπωρο
🔉
☆
güzlük
🔉
φθινοπωρινός
🔉
φθινοπωρινό βοσκοτόπι (το)
🔉
☆
güzün
🔉
το φθινόπωρο
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱