Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
gelberi
🔉
τσουγκράνα (η)
🔉
☆
gele
🔉
έλα
🔉
εμπρός
🔉
☆
gelebilme
🔉
δυνατότητα να έρθει (η)
🔉
δυνατότητα άφιξης (η)
🔉
☆
gelebilmek
🔉
μπορώ να έρθω
🔉
δύναμαι να έρθω
🔉
☆
gelecek
🔉
μέλλον (το)
🔉
επόμενος
🔉
μελλοντικός
🔉
☆
gelecek bilimci
🔉
μελλοντολόγος (ο)
🔉
☆
gelecek bilimi
🔉
μελλοντολογία (η)
🔉
☆
gelecek bilimsel
🔉
μελλοντολογικός
🔉
☆
gelecek zaman
🔉
μέλλοντας (ο)
🔉
☆
gelecek zaman görünümü
🔉
μελλοντική όψη (η)
🔉
☆
gelecek zaman kipi
🔉
μελλοντικός τρόπος (ο)
🔉
☆
gelecek zaman sıfat
🔉
fiili - μελλοντική μετοχή (η)
🔉
☆
gelecekçi
🔉
μελλοντολόγος (ο)
🔉
οπαδός του μέλλοντος (ο)
🔉
☆
gelecekçilik
🔉
μελλοντολογία (η)
🔉
μελλοντισμός (ο)
🔉
☆
geleğen
🔉
ρέμα (το)
🔉
χείμαρρος (ο)
🔉
☆
gelembe
🔉
γλυκό «γελέμπε» (το)
🔉
☆
geleme
🔉
άφιξη (η)
🔉
ερχομός (ο)
🔉
☆
gelen
🔉
ερχόμενος
🔉
αφικνούμενος
🔉
☆
gelen geçen
🔉
περαστικός (ο)
🔉
διερχόμενος (ο)
🔉
☆
gelen giden
🔉
ερχόμενοι και φεύγοντες (οι)
🔉
περαστικοί (οι)
🔉
☆
Gelendost
🔉
Γκελεντόστ (ο)
🔉
☆
gelenek
🔉
παράδοση (η)
🔉
έθιμο (το)
🔉
☆
gelenekçi
🔉
παραδοσιοκράτης (ο)
🔉
παραδοσιακός
🔉
☆
gelenekçilik
🔉
παραδοσιοκρατία (η)
🔉
παραδοσιαρχία (η)
🔉
☆
gelenekleşme
🔉
παγίωση ως παράδοση (η)
🔉
παραδοσιοποίηση (η)
🔉
☆
gelenekleşmek
🔉
παγιώνομαι ως παράδοση
🔉
παραδοσιοποιούμαι
🔉
☆
gelenekleştirme
🔉
παραδοσιοποίηση (η)
🔉
καθιέρωση ως παράδοση (η)
🔉
☆
gelenekleştirmek
🔉
παραδοσιοποιώ
🔉
καθιερώνω ως παράδοση
🔉
☆
gelenekli
🔉
παραδοσιακός
🔉
με παράδοση
🔉
☆
geleneksel
🔉
παραδοσιακός
🔉
☆
gelenekselleşme
🔉
εκπαραδοσιασμός (ο)
🔉
παραδοσιοποίηση (η)
🔉
☆
gelenekselleşmek
🔉
εκπαραδοσιαζόμαι
🔉
παραδοσιοποιούμαι
🔉
☆
geleneksellik
🔉
παραδοσιακότητα (η)
🔉
☆
geleneksiz
🔉
χωρίς παράδοση
🔉
μη παραδοσιακός
🔉
☆
geleneksizlik
🔉
έλλειψη παράδοσης (η)
🔉
μη παραδοσιακότητα (η)
🔉
☆
geleni
🔉
ο ερχόμενος (ο)
🔉
ο αφικνούμενος (ο)
🔉
☆
gelgeç
🔉
περαστικός (ο)
🔉
παροδικός
🔉
☆
gelgeççi
🔉
περαστικός (ο)
🔉
περιπλανώμενος (ο)
🔉
☆
gelgel
🔉
παλίρροια (η)
🔉
☆
gelgelelim
🔉
ωστόσο
🔉
εντούτοις
🔉
παρ’ όλα αυτά
🔉
☆
gelgelli
🔉
με παλίρροια
🔉
παλιρροϊκός
🔉
☆
gelgit
🔉
παλίρροια (η)
🔉
☆
Gelibolu
🔉
Καλλίπολη (η)
🔉
☆
gelin
🔉
νύφη (η)
🔉
☆
gelin abla
🔉
νύφη-αδελφή (η)
🔉
νύφη (η)
🔉
☆
gelin alayı
🔉
πομπή νύφης (η)
🔉
☆
gelin alıcı
🔉
συνοδός που παραλαμβάνει τη νύφη (ο)
🔉
☆
gelin böceği
🔉
πασχαλίτσα (η)
🔉
☆
gelin çiçeği
🔉
άνθος νύφης (το)
🔉
☆
gelin hamamı
🔉
λουτρό της νύφης (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱