Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
gelin
🔉
νύφη (η)
🔉
gelin abla
🔉
νύφη-αδελφή (η)
🔉
νύφη (η)
🔉
gelin alayı
🔉
πομπή νύφης (η)
🔉
gelin alıcı
🔉
συνοδός που παραλαμβάνει τη νύφη (ο)
🔉
gelin böceği
🔉
πασχαλίτσα (η)
🔉
gelin çiçeği
🔉
άνθος νύφης (το)
🔉
gelin hamamı
🔉
λουτρό της νύφης (το)
🔉
gelin havası
🔉
σκοπός της νύφης (ο)
🔉
μελωδία της νύφης (η)
🔉
gelin kuşu
🔉
πουλί της νύφης (το)
🔉
gelin otu
🔉
«γελιν οτού» (το)
🔉
gelin teli
🔉
νυφικό πέπλο (το)
🔉
νυφική δαντέλα (η)
🔉
gelinboğan
🔉
«γελινμπογάν» (το)
🔉
gelincik
🔉
νυφίτσα (η)
🔉
παπαρούνα (η)
🔉
gelincikgiller
🔉
μουστελίδες (οι)
🔉
gelinfeneri
🔉
φυσάλλιδα (η)
🔉
gelinkuşağı
🔉
ουράνιο τόξο (το)
🔉
gelinlik
🔉
νυφικό (το)
🔉
νυφική στολή (η)
🔉
gelinlik çağı
🔉
ηλικία γάμου (η)
🔉
ηλικία για νύφη (η)
🔉
gelinlik kız
🔉
κοπέλα σε ηλικία γάμου (η)
🔉
gelinlikçi
🔉
ράφτης νυφικών (ο)
🔉
έμπορος νυφικών (ο)
🔉
gelinlikçilik
🔉
ραφή νυφικών (η)
🔉
εμπόριο νυφικών (το)
🔉
gelinme
🔉
έλευση ως νύφη (η)
🔉
gelinmek
🔉
έρχομαι ως νύφη
🔉
gelinparmağı
🔉
«δάχτυλο της νύφης» (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱