Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
geniş
🔉
ευρύς
🔉
πλατύς
🔉
άνετος
🔉
εκτεταμένος
🔉
☆
geniş açı
🔉
ευρεία γωνία (η)
🔉
☆
geniş çaplı
🔉
ευρείας κλίμακας
🔉
μεγάλης έκτασης
🔉
☆
geniş gönüllü
🔉
μεγαλόψυχος
🔉
γενναιόδωρος
🔉
☆
geniş gönüllülük
🔉
μεγαλοψυχία (η)
🔉
γενναιοδωρία (η)
🔉
☆
geniş görüşlü
🔉
ευρύμυαλος
🔉
διορατικός
🔉
☆
geniş görüşlülük
🔉
ευρυμάθεια (η)
🔉
ευρυγνωσία (η)
🔉
☆
geniş mezhepli
🔉
ανεκτικός
🔉
ευρύδοξος
🔉
☆
geniş mezheplilik
🔉
ανεκτικότητα (η)
🔉
ευρύδοξη στάση (η)
🔉
☆
geniş paça
🔉
φαρδύ μπατζάκι (το)
🔉
☆
geniş ufuklu
🔉
με ευρύ ορίζοντα
🔉
διορατικός
🔉
☆
geniş ufukluluk
🔉
ευρύτητα ορίζοντα (η)
🔉
☆
geniş ünlü
🔉
ανοιχτό φωνήεν (το)
🔉
☆
geniş yürekli
🔉
μεγαλόκαρδος
🔉
γενναιόψυχος
🔉
☆
geniş yüreklilik
🔉
μεγαλοκαρδία (η)
🔉
γενναιοψυχία (η)
🔉
☆
geniş zaman
🔉
ενεστώτας (ο)
🔉
☆
geniş zaman görünümü
🔉
ενεστωτική όψη (η)
🔉
☆
geniş zaman sıfat
🔉
fiili - ενεστωτική μετοχή (η)
🔉
☆
genişçe
🔉
αρκετά ευρύς
🔉
κάπως πλατύς
🔉
☆
genişleme
🔉
διαστολή (η)
🔉
επέκταση (η)
🔉
διεύρυνση (η)
🔉
☆
genişlemek
🔉
διαστέλλομαι
🔉
επεκτείνομαι
🔉
διευρύνομαι
🔉
☆
genişletebilme
🔉
δυνατότητα διεύρυνσης (η)
🔉
δυνατότητα επέκτασης (η)
🔉
☆
genişletebilmek
🔉
μπορώ να διευρύνω
🔉
μπορώ να επεκτείνω
🔉
☆
genişletilme
🔉
διεύρυνση (η)
🔉
επέκταση (η)
🔉
☆
genişletilmek
🔉
διευρύνομαι
🔉
επεκτείνομαι
🔉
☆
genişletiş
🔉
διεύρυνση (η)
🔉
επέκταση (η)
🔉
☆
genişletme
🔉
διεύρυνση (η)
🔉
επέκταση (η)
🔉
☆
genişletmek
🔉
διευρύνω
🔉
επεκτείνω
🔉
☆
genişlettirme
🔉
διεύρυνση μέσω τρίτου (η)
🔉
επέκταση μέσω τρίτου (η)
🔉
☆
genişlettirmek
🔉
βάζω να διευρύνουν
🔉
βάζω να επεκτείνουν
🔉
☆
genişleyebilme
🔉
δυνατότητα διαστολής (η)
🔉
δυνατότητα επέκτασης (η)
🔉
☆
genişleyebilmek
🔉
μπορώ να διασταλώ
🔉
μπορώ να επεκταθώ
🔉
☆
genişleyiş
🔉
διαστολή (η)
🔉
επέκταση (η)
🔉
☆
genişlik
🔉
πλάτος (το)
🔉
εύρος (το)
🔉
ευρυχωρία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱