Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
geri
🔉
πίσω
🔉
οπίσω
🔉
προς τα πίσω
🔉
geri besleme
🔉
ανάδραση (η)
🔉
geri bildirim
🔉
ανατροφοδότηση (η)
🔉
geri çekilme
🔉
υποχώρηση (η)
🔉
απόσυρση (η)
🔉
geri dönüşüm
🔉
ανακύκλωση (η)
🔉
geri dönüşümlü
🔉
ανακυκλώσιμος
🔉
geri dönüşümsüz
🔉
μη ανακυκλώσιμος
🔉
geri geri
🔉
προς τα πίσω
🔉
οπισθοπορώντας
🔉
geri hizmet
🔉
υπηρεσία οπισθοφυλακής (η)
🔉
υποστηρικτική υπηρεσία (η)
🔉
geri kafalı
🔉
οπισθοδρομικός
🔉
στενόμυαλος
🔉
geri kafalılık
🔉
οπισθοδρομισμός (ο)
🔉
στενοκεφαλιά (η)
🔉
geri kalmış
🔉
καθυστερημένος
🔉
υπανάπτυκτος
🔉
geri kalmışlık
🔉
καθυστέρηση (η)
🔉
υπανάπτυξη (η)
🔉
geri ödeme
🔉
αποπληρωμή (η)
🔉
επιστροφή χρημάτων (η)
🔉
geri plan
🔉
φόντο (το)
🔉
δεύτερο πλάνο (το)
🔉
geri tepme
🔉
ανάκρουση (η)
🔉
οπισθοδρόμηση (η)
🔉
geri vites
🔉
όπισθεν (η)
🔉
geri zekâlı
🔉
καθυστερημένος (ο)
🔉
νοητικά ανεπαρκής
🔉
geri zekâlılık
🔉
νοητική καθυστέρηση (η)
🔉
ηλιθιότητα (η)
🔉
geriatri
🔉
γηριατρική (η)
🔉
gerici
🔉
αντιδραστικός
🔉
οπισθοδρομικός
🔉
gericilik
🔉
αντιδραστικότητα (η)
🔉
οπισθοδρομισμός (ο)
🔉
geriden geriye
🔉
προς τα πίσω
🔉
οπισθοδρομικά
🔉
gerilek
🔉
καθυστερημένος (ο)
🔉
οπισθοδρομικός (ο)
🔉
gerileme
🔉
υποχώρηση (η)
🔉
κάμψη (η)
🔉
οπισθοδρόμηση (η)
🔉
gerilemek
🔉
υποχωρώ
🔉
κάμπτομαι
🔉
οπισθοδρομώ
🔉
geriletebilme
🔉
δυνατότητα υποχώρησης (η)
🔉
δυνατότητα οπισθοδρόμησης (η)
🔉
geriletebilmek
🔉
δύναμαι να υποχωρήσω
🔉
δύναμαι να οπισθοδρομήσω
🔉
geriletme
🔉
υποχώρηση (η)
🔉
οπισθοδρόμηση (η)
🔉
geriletmek
🔉
υποχωρώ
🔉
οπισθοδρομώ
🔉
καθυστερώ
🔉
gerileyebilme
🔉
δυνατότητα υποχώρησης (η)
🔉
gerileyebilmek
🔉
δύναμαι να υποχωρήσω
🔉
gerileyici benzeşme
🔉
οπισθοδρομική αφομοίωση (η)
🔉
gerileyiş
🔉
υποχώρηση (η)
🔉
κάμψη (η)
🔉
gerili
🔉
τεντωμένος
🔉
υπό τάση
🔉
gerilik
🔉
οπισθοδρόμηση (η)
🔉
καθυστέρηση (η)
🔉
gerilim
🔉
τάση (η)
🔉
ένταση (η)
🔉
gerilim ölçümü
🔉
μέτρηση τάσης (η)
🔉
gerilimli
🔉
υπό τάση
🔉
τεταμένος
🔉
gerilimölçer
🔉
βολτόμετρο (το)
🔉
gerilimsiz
🔉
χωρίς τάση
🔉
άτονος
🔉
gerilimsizlik
🔉
έλλειψη τάσης (η)
🔉
ατονία (η)
🔉
geriliş
🔉
τέντωμα (το)
🔉
τάνυση (η)
🔉
gerilla
🔉
αντάρτης (ο)
🔉
αντάρτικο (το)
🔉
gerilla savaşı
🔉
ανταρτοπόλεμος (ο)
🔉
gerillacı
🔉
αντάρτης (ο)
🔉
αντάρτικος
🔉
gerillacılık
🔉
αντάρτικο (το)
🔉
ανταρτισμός (ο)
🔉
gerillalaşma
🔉
μετατροπή σε αντάρτικο (η)
🔉
gerillalaşmak
🔉
μετατρέπομαι σε αντάρτικο
🔉
γίνομαι αντάρτης
🔉
gerillalık
🔉
ανταρτισμός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱