Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆giriş 🔉  

είσοδος (η) 🔉  
εισαγωγή (η) 🔉  
☆giriş işlemi 🔉  

διαδικασία εισόδου (η) 🔉  
☆giriş kapısı 🔉  

είσοδος (η) 🔉  
θύρα εισόδου (η) 🔉  
☆giriş kartı 🔉  

κάρτα εισόδου (η) 🔉  
☆giriş katı 🔉  

ισόγειο (το) 🔉  
όροφος εισόδου (ο) 🔉  
☆giriş ücreti 🔉  

εισιτήριο εισόδου (το) 🔉  
τέλος εισόδου (το) 🔉  
☆girişebilme 🔉  

δυνατότητα εγχείρησης (η) 🔉  
☆girişebilmek 🔉  

μπορώ να επιχειρήσω 🔉  
μπορώ να αποτολμήσω 🔉  
☆girişik 🔉  

σύνθετος/-η/-ο 🔉  
περίπλοκος/-η/-ο 🔉  
☆girişik bezeme 🔉  

σύνθετη διακόσμηση (η) 🔉  
☆girişik cümle 🔉  

σύνθετη πρόταση (η) 🔉  
☆girişik tamlama 🔉  

σύνθετος προσδιορισμός (ο) 🔉  
☆girişik tümce 🔉  

σύνθετη πρόταση (η) 🔉  
☆girişiklik 🔉  

συνθετότητα (η) 🔉  
πολυπλοκότητα (η) 🔉  
☆girişilme 🔉  

ανάληψη (η) 🔉  
εγχείρηση (η) 🔉  
☆girişilmek 🔉  

αναλαμβάνομαι 🔉  
επιχειρούμαι 🔉  
☆girişim 🔉  

εγχείρημα (το) 🔉  
πρωτοβουλία (η) 🔉  
επιχείρηση (η) 🔉  
☆girişim ölçme 🔉  

μέτρηση επιτάχυνσης (η) 🔉  
☆girişimci 🔉  

επιχειρηματίας (ο) 🔉  
επιχειρηματίας (η) 🔉  
πρωτοβουλιακός/-ή/-ό 🔉  
☆girişimcilik 🔉  

επιχειρηματικότητα (η) 🔉  
☆girişimölçer 🔉  

επιταχυνσιόμετρο (το) 🔉  
☆girişimsel 🔉  

επιχειρηματικός/-ή/-ό 🔉  
πρωτοβουλιακός/-ή/-ό 🔉  
☆girişken 🔉  

δραστήριος/-α/-ο 🔉  
πρωτοβουλιακός/-ή/-ό 🔉  
παρεμβατικός/-ή/-ό 🔉  
☆girişkenlik 🔉  

δραστηριότητα (η) 🔉  
πρωτοβουλία (η) 🔉  
παρεμβατικότητα (η) 🔉  
☆girişkin 🔉  

παρεμβατικός/-ή/-ό 🔉  
διεισδυτικός/-ή/-ό 🔉  
☆girişkinlik 🔉  

παρεμβατικότητα (η) 🔉  
διεισδυτικότητα (η) 🔉  
☆girişlik 🔉  

προθάλαμος (ο) 🔉  
είσοδος (η) 🔉  
☆girişme 🔉  

εγχείρηση (η) 🔉  
απόπειρα (η) 🔉  
☆girişmek 🔉  

επιχειρώ 🔉  
αποτολμώ 🔉  
αναλαμβάνω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱