Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
giz
🔉
μυστικό (το)
🔉
gizem
🔉
μυστήριο (το)
🔉
gizemci
🔉
μυστικιστής (ο)
🔉
μυστικίστρια (η)
🔉
gizemcilik
🔉
μυστικισμός (ο)
🔉
gizemli
🔉
μυστηριώδης
🔉
αινιγματικός/-ή/-ό
🔉
gizemlilik
🔉
μυστηριώδης χαρακτήρας (ο)
🔉
αινιγματικότητα (η)
🔉
gizemsel
🔉
μυστικιστικός/-ή/-ό
🔉
μυστηριακός/-ή/-ό
🔉
gizemsellik
🔉
μυστικιστικότητα (η)
🔉
μυστηριακότητα (η)
🔉
gizemsiz
🔉
χωρίς μυστήριο
🔉
μη μυστηριώδης
🔉
gizemsizlik
🔉
έλλειψη μυστηρίου (η)
🔉
gizil
🔉
λανθάνων/-ουσα/-ον
🔉
κρυφός/-ή/-ό
🔉
gizil güç
🔉
λανθάνουσα δύναμη (η)
🔉
κρυφή ισχύς (η)
🔉
gizleme
🔉
απόκρυψη (η)
🔉
συγκάλυψη (η)
🔉
gizlemek
🔉
αποκρύπτω
🔉
συγκαλύπτω
🔉
gizlenebilme
🔉
δυνατότητα απόκρυψης (η)
🔉
gizlenebilmek
🔉
μπορώ να κρυφτώ
🔉
είναι δυνατόν να αποκρυφθεί
🔉
gizlenilme
🔉
απόκρυψη (η)
🔉
gizlenilmek
🔉
αποκρύπτομαι
🔉
κρύβομαι
🔉
gizleniş
🔉
απόκρυψη (η)
🔉
κρύψιμο (το)
🔉
gizlenme
🔉
απόκρυψη (η)
🔉
κρύψιμο (το)
🔉
gizlenmek
🔉
κρύβομαι
🔉
αποκρύπτομαι
🔉
gizletme
🔉
απόκρυψη (η)
🔉
συγκάλυψη (η)
🔉
gizletmek
🔉
κάνω να κρυφτεί
🔉
αποκρύπτω
🔉
συγκαλύπτω
🔉
gizleyebilme
🔉
δυνατότητα απόκρυψης (η)
🔉
gizleyebilmek
🔉
μπορώ να αποκρύψω
🔉
μπορώ να συγκαλύψω
🔉
gizleyiş
🔉
απόκρυψη (η)
🔉
συγκάλυψη (η)
🔉
gizli
🔉
κρυφός/-ή/-ό
🔉
μυστικός/-ή/-ό
🔉
gizli celse
🔉
μυστική συνεδρίαση (η)
🔉
gizli cemiyet
🔉
μυστική εταιρεία (η)
🔉
μυστική οργάνωση (η)
🔉
gizli dernek
🔉
μυστικός σύλλογος (ο)
🔉
μυστική οργάνωση (η)
🔉
gizli dil
🔉
κρυφή γλώσσα (η)
🔉
αργκό (η)
🔉
gizli din
🔉
κρυφή θρησκεία (η)
🔉
gizli duruşma
🔉
κεκλεισμένων των θυρών δίκη (η)
🔉
μυστική ακροαματική διαδικασία (η)
🔉
gizli kapaklı
🔉
ύποπτος/-η/-ο
🔉
μυστικοπαθής
🔉
υπόγειος/-α/-ο
🔉
gizli oturum
🔉
κλειστή συνεδρίαση (η)
🔉
μυστική συνεδρίαση (η)
🔉
gizli oy
🔉
μυστική ψηφοφορία (η)
🔉
gizli reklam
🔉
συγκεκαλυμμένη διαφήμιση (η)
🔉
κρυφή διαφήμιση (η)
🔉
gizli şeker
🔉
λανθάνων διαβήτης (ο)
🔉
gizli servis
🔉
μυστική υπηρεσία (η)
🔉
gizli sıtma
🔉
λανθάνουσα ελονοσία (η)
🔉
gizli yama
🔉
κρυφό μπάλωμα (το)
🔉
μυστική επιδιόρθωση (η)
🔉
gizlice
🔉
κρυφά
🔉
μυστικά
🔉
λαθραία
🔉
gizlicilik
🔉
μυστικοπάθεια (η)
🔉
μυστικισμός (ο)
🔉
gizliden gizliye
🔉
κρυφά
🔉
στα κρυφά
🔉
υπόγεια
🔉
gizlilik
🔉
μυστικότητα (η)
🔉
απόρρητο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱