Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
hac
🔉
χατζ (το)
🔉
προσκύνημα στη Μέκκα (το)
🔉
haç
🔉
σταυρός (ο)
🔉
hacamat
🔉
βεντούζα (η)
🔉
βεντουζοθεραπεία (η)
🔉
hacamat baltası
🔉
σκαρπέλο βεντούζας (το)
🔉
hacamat şişesi
🔉
βεντούζα (η)
🔉
hacamatçı
🔉
βεντουζάς (ο)
🔉
hacamatçılık
🔉
βεντουζάδικη (η)
🔉
βεντουζοθεραπεία (η)
🔉
hacamatlama
🔉
εφαρμογή βεντούζας (η)
🔉
hacamatlamak
🔉
εφαρμόζω βεντούζες
🔉
haccetme
🔉
προσκύνημα (το)
🔉
haccetmek
🔉
προσκυνώ (στη Μέκκα)
🔉
hacet
🔉
ανάγκη (η)
🔉
αποχωρητήριο (το)
🔉
hacet kapısı
🔉
πόρτα αποχωρητηρίου (η)
🔉
hacet penceresi
🔉
παράθυρο αποχωρητηρίου (το)
🔉
hacet tepesi
🔉
λόφος αποχωρητηρίου (ο)
🔉
hacet yeri
🔉
αποχωρητήριο (το)
🔉
hacim
🔉
όγκος (ο)
🔉
χωρητικότητα (η)
🔉
hacimce
🔉
κατ’ όγκο
🔉
hacimli
🔉
ογκώδης
🔉
ευμεγέθης
🔉
hacimlice
🔉
αρκετά ογκώδης
🔉
hacimlilik
🔉
ογκώδες (το)
🔉
ευμεγέθεια (η)
🔉
hacimsiz
🔉
άογκος
🔉
μικρού όγκου
🔉
hacimsizlik
🔉
έλλειψη όγκου (η)
🔉
hacir
🔉
απαγόρευση διάθεσης περιουσίας (η)
🔉
δικαστική απαγόρευση (η)
🔉
Hacivat
🔉
Χατζιβάτ (ο)
🔉
haciz
🔉
κατάσχεση (η)
🔉
hacizli
🔉
κατασχεμένος
🔉
hacı
🔉
χατζής (ο)
🔉
προσκυνητής (ο)
🔉
hacı devesi
🔉
αλογάκι της Παναγίας (το)
🔉
hacı fışfış
🔉
ψεκαστήρι (το)
🔉
hacı yağı
🔉
λάδι χατζή (το)
🔉
hacıağa
🔉
χατζή-αγάς (ο)
🔉
hacıağalık
🔉
αξίωμα χατζή-αγά (το)
🔉
Hacıbektaş
🔉
Χατζή Μπεκτάς (ο)
🔉
Hacıbektaş taşı
🔉
λίθος Χατζή Μπεκτάς (ο)
🔉
Hacılar
🔉
Χατζιλάρ (τοπωνύμιο) (τα)
🔉
hacılarkuşağı
🔉
ζώνη του Ωρίωνα (η)
🔉
Hacılaryolu
🔉
Χατζιλάρ-γιολου (τοπωνύμιο) (το)
🔉
hacılık
🔉
χατζιλίκι (το)
🔉
προσκύνημα (το)
🔉
hacısı hocası
🔉
ο χατζής και ο χότζας (ο)
🔉
hacıyatmaz
🔉
κούκλα που δεν πέφτει (η)
🔉
Hacıyolu
🔉
Χατζή-γιολου (τοπωνύμιο) (το)
🔉
haçlama
🔉
σταύρωση (η)
🔉
σταυροκόπημα (το)
🔉
haçlamak
🔉
σταυρώνω
🔉
κάνω το σημείο του σταυρού
🔉
haçlı
🔉
σταυροφόρος
🔉
σταυρωτός
🔉
haçvari
🔉
σταυροειδής
🔉
haczetme
🔉
κατάσχεση (η)
🔉
haczetmek
🔉
κατάσχω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱