Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆hafif 🔉  

ελαφρός 🔉  
ήπιος 🔉  
☆hafif güverte 🔉  

ελαφρύ κατάστρωμα (το) 🔉  
☆hafif hafif 🔉  

σιγά σιγά 🔉  
ελαφρά 🔉  
☆hafif hapis cezası 🔉  

ελαφρά ποινή φυλάκισης (η) 🔉  
☆hafif makineli 🔉  

ελαφρύ πολυβόλο (το) 🔉  
☆hafif rüzgâr 🔉  

ελαφρύς άνεμος (ο) 🔉  
☆hafif sanayi 🔉  

ελαφρά βιομηχανία (η) 🔉  
☆hafif sıklet 🔉  

ελαφρά κατηγορία (η) 🔉  
☆hafif tertip 🔉  

ελαφρά διάταξη (η) 🔉  
☆hafif uyku 🔉  

ελαφρύς ύπνος (ο) 🔉  
☆hafif yollu 🔉  

κάπως ελαφρός 🔉  
ελαφρώς 🔉  
☆hafifçe 🔉  

ελαφρά 🔉  
ελαφρώς 🔉  
☆hafifleme 🔉  

ελάφρυνση (η) 🔉  
☆hafiflemek 🔉  

ελαφραίνω 🔉  
☆hafifleşme 🔉  

ελάφρυνση (η) 🔉  
☆hafifleşmek 🔉  

ελαφραίνω 🔉  
☆hafifleştirme 🔉  

ελάφρυνση (η) 🔉  
☆hafifleştirmek 🔉  

ελαφρύνω 🔉  
☆hafifletebilme 🔉  

δυνατότητα ελάφρυνσης (η) 🔉  
☆hafifletebilmek 🔉  

δύναμαι να ελαφρύνω 🔉  
☆hafifletici neden 🔉  

ελαφρυντικός λόγος (ο) 🔉  
☆hafifletici sebep 🔉  

ελαφρυντική αιτία (η) 🔉  
☆hafifletme 🔉  

ελάφρυνση (η) 🔉  
☆hafifletmek 🔉  

ελαφρύνω 🔉  
☆hafifleyebilme 🔉  

δυνατότητα ελάφρυνσης (η) 🔉  
☆hafifleyebilmek 🔉  

δύναμαι να ελαφραίνω 🔉  
☆hafifleyiş 🔉  

ελάφρυνση (η) 🔉  
☆hafiflik 🔉  

ελαφρότητα (η) 🔉  
ελαφρότης (η) 🔉  
☆hafifmeşrep 🔉  

ελαφρόμυαλος 🔉  
επιπόλαιος 🔉  
☆hafifmeşreplik 🔉  

επιπολαιότητα (η) 🔉  
ελαφρομυαλιά (η) 🔉  
☆hafifseme 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
περιφρόνηση (η) 🔉  
☆hafifsemek 🔉  

υποτιμώ 🔉  
περιφρονώ 🔉  
☆hafifsenme 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
περιφρόνηση (η) 🔉  
☆hafifsenmek 🔉  

υποτιμώμαι 🔉  
περιφρονιέμαι 🔉  
☆hafifseyiş 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
☆hafiften 🔉  

ελαφρώς 🔉  
κάπως 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱