Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
halk
🔉
λαός (ο)
🔉
κοινό (το)
🔉
halk adamı
🔉
άνθρωπος του λαού (ο)
🔉
halk ağzı
🔉
λαϊκή διάλεκτος (η)
🔉
ιδίωμα (το)
🔉
halk bilgisi
🔉
λαογραφία (η)
🔉
halk bilimci
🔉
λαογράφος (ο/η)
🔉
halk bilimcilik
🔉
λαογραφία (η)
🔉
επιστήμη της λαογραφίας (η)
🔉
halk bilimi
🔉
λαογραφία (η)
🔉
halk bilimsel
🔉
λαογραφικός
🔉
halk dili
🔉
λαϊκή γλώσσα (η)
🔉
καθομιλουμένη (η)
🔉
halk edebiyatı
🔉
λαϊκή λογοτεχνία (η)
🔉
halk ekmeği
🔉
ψωμί του δήμου (το)
🔉
λαϊκό ψωμί (το)
🔉
halk günü
🔉
ημέρα κοινού (η)
🔉
ημέρα εξυπηρέτησης πολιτών (η)
🔉
halk matinesi
🔉
λαϊκή απογευματινή παράσταση (η)
🔉
halk müziği
🔉
λαϊκή μουσική (η)
🔉
halk odası
🔉
λαϊκό δωμάτιο (το)
🔉
αίθουσα κοινού (η)
🔉
halk okulu
🔉
λαϊκό σχολείο (το)
🔉
halk otobüsü
🔉
λεωφορείο δημόσιας συγκοινωνίας (το)
🔉
halk oylaması
🔉
δημοψήφισμα (το)
🔉
halk ozanı
🔉
λαϊκός βάρδος (ο)
🔉
λαϊκός ποιητής (ο)
🔉
halk ozanlığı
🔉
λαϊκή βαρδοσύνη (η)
🔉
λαϊκή ποιητική (η)
🔉
halk sağlığı
🔉
δημόσια υγεία (η)
🔉
halk şairi
🔉
λαϊκός ποιητής (ο)
🔉
halk şairliği
🔉
ιδιότητα λαϊκού ποιητή (η)
🔉
λαϊκή ποιητική (η)
🔉
halk şiiri
🔉
λαϊκή ποίηση (η)
🔉
halk yardakçılığı
🔉
λαϊκή δημαγωγία (η)
🔉
υποκίνηση του όχλου (η)
🔉
halk yardakçısı
🔉
δημαγωγός (ο)
🔉
υποκινητής του όχλου (ο)
🔉
halka
🔉
δακτύλιος (ο)
🔉
κρίκος (ο)
🔉
κύκλος (ο)
🔉
halka dizilişli
🔉
σε διάταξη δακτυλίου
🔉
κυκλικά διατεταγμένος
🔉
halka dönük
🔉
στραμμένος προς το κοινό
🔉
προσανατολισμένος στον λαό
🔉
halka dönüklük
🔉
προσανατολισμός προς το κοινό (ο)
🔉
λαϊκός προσανατολισμός (ο)
🔉
halka oyunları
🔉
κυκλικοί χοροί (οι)
🔉
χοροί σε κύκλο (οι)
🔉
halka yay
🔉
δακτυλιοειδές ελατήριο (το)
🔉
halkacı
🔉
κατασκευαστής δακτυλίων (ο)
🔉
πωλητής δακτυλίων (ο)
🔉
halkacılık
🔉
κατασκευή δακτυλίων (η)
🔉
εμπορία δακτυλίων (η)
🔉
halkalama
🔉
δακτυλίωση (η)
🔉
κοπή σε ροδέλες (η)
🔉
halkalamak
🔉
δακτυλιώνω
🔉
κόβω σε ροδέλες
🔉
halkalanış
🔉
δακτυλίωση (η)
🔉
τρόπος δακτυλίωσης (ο)
🔉
halkalanma
🔉
δακτυλίωση (η)
🔉
σχηματισμός δακτυλίου (ο)
🔉
halkalanmak
🔉
δακτυλιώνομαι
🔉
σχηματίζω δακτύλιο
🔉
halkalayış
🔉
δακτυλίωση (η)
🔉
τρόπος κοπής σε ροδέλες (ο)
🔉
halkalı
🔉
δακτυλιωτός
🔉
με κρίκους
🔉
με δακτύλιο
🔉
halkalı damar
🔉
δακτυλιωτή φλέβα (η)
🔉
δακτυλιωτό αγγείο (το)
🔉
halkalı gözler
🔉
μάτια με μαύρους κύκλους (τα)
🔉
δακτυλιωτά μάτια (τα)
🔉
halkalılar
🔉
οι κάτοικοι του Χαλκαλί (οι)
🔉
Halkapınar
🔉
Χαλκαπινάρ (το)
🔉
halkasız
🔉
χωρίς δακτύλιο
🔉
χωρίς κρίκο
🔉
halkavi
🔉
δακτυλιοειδής
🔉
κυκλικός
🔉
halkçı
🔉
λαϊκιστής (ο)
🔉
λαϊκός
🔉
halkçılık
🔉
λαϊκισμός (ο)
🔉
λαϊκότητα (η)
🔉
halkevi
🔉
λαϊκό σπίτι (το)
🔉
πολιτιστικό κέντρο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱