Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
han
🔉
χάνι (το)
🔉
πανδοχείο (το)
🔉
☆
Han
🔉
Χαν (ο)
🔉
☆
Hanak
🔉
Χανάκ (το)
🔉
☆
hanay
🔉
εξώστης (ο)
🔉
ξύλινη στοά (η)
🔉
☆
Hanbeli
🔉
Χανμπαλί (ο)
🔉
☆
Hanbelilik
🔉
Χανμπαλισμός (ο)
🔉
☆
hançer
🔉
εγχειρίδιο (το)
🔉
στιλέτο (το)
🔉
☆
hançer çiçeği
🔉
γλαδιόλα (η)
🔉
☆
hançere
🔉
λάρυγγας (ο)
🔉
☆
hançerleme
🔉
μαχαίρωμα (το)
🔉
στιλετισμός (ο)
🔉
☆
hançerlemek
🔉
μαχαιρώνω
🔉
στιλετεύω
🔉
☆
hançerlenme
🔉
μαχαίρωμα (το)
🔉
τραυματισμός με στιλέτο (ο)
🔉
☆
hançerlenmek
🔉
μαχαιρώνομαι
🔉
στιλετεύομαι
🔉
☆
hançerletme
🔉
πρόκληση μαχαιρώματος (η)
🔉
ανάθεση μαχαιρώματος (η)
🔉
☆
hançerletmek
🔉
βάζω να μαχαιρώσουν
🔉
προκαλώ να μαχαιρώσουν
🔉
☆
hancı
🔉
χαντζής (ο)
🔉
πανδοχέας (ο)
🔉
☆
hancılık
🔉
χαντζιλίκι (το)
🔉
πανδοχεία (τα)
🔉
☆
handan
🔉
χαρούμενος
🔉
εύθυμος
🔉
☆
handanlık
🔉
ευθυμία (η)
🔉
χαρά (η)
🔉
☆
hande
🔉
γέλιο (το)
🔉
χαμόγελο (το)
🔉
☆
handikap
🔉
μειονέκτημα (το)
🔉
χάντικαπ (το)
🔉
☆
handikaplı
🔉
με μειονέκτημα
🔉
με χάντικαπ
🔉
☆
handikapsız
🔉
χωρίς μειονέκτημα
🔉
χωρίς χάντικαπ
🔉
☆
handiyse
🔉
ωστόσο
🔉
εντούτοις
🔉
☆
hane
🔉
οικία (η)
🔉
νοικοκυριό (το)
🔉
☆
hanedan
🔉
δυναστεία (η)
🔉
βασιλικός οίκος (ο)
🔉
☆
hanedanlık
🔉
δυναστική ιδιότητα (η)
🔉
βασιλικός οίκος (ο)
🔉
☆
Hanefi
🔉
Χαναφί (ο)
🔉
☆
Hanefilik
🔉
Χαναφισμός (ο)
🔉
☆
hanek
🔉
χανέκ (ο)
🔉
☆
haneli
🔉
με αριθμό οικίας
🔉
με ψηφία
🔉
☆
hanelik
🔉
θέση/αριθμός ψηφίου (η)
🔉
οικία (η)
🔉
☆
hanende
🔉
τραγουδιστής (ο)
🔉
ερμηνευτής (ο)
🔉
☆
hanendelik
🔉
τραγούδι (το)
🔉
επάγγελμα τραγουδιστή (το)
🔉
☆
hangar
🔉
υπόστεγο (το)
🔉
αεροπορικό υπόστεγο (το)
🔉
☆
hangi
🔉
ποιος
🔉
ποια
🔉
ποιο
🔉
☆
hangi bir
🔉
ποιο από
🔉
ποια από
🔉
ποιο από
🔉
☆
hangi biri
🔉
ποιο από τα δύο
🔉
ποια από τις δύο
🔉
ποιο από τα δύο
🔉
☆
hangisi
🔉
ποιο
🔉
ποια
🔉
ποιο
🔉
☆
hani
🔉
πού
🔉
λοιπόν
🔉
τάχα
🔉
☆
Hani
🔉
Πού
🔉
☆
hanigiller
🔉
Απιίδες (η)
🔉
☆
hanım
🔉
κυρία (η)
🔉
σύζυγος (η)
🔉
☆
hanım böceği
🔉
πασχαλίτσα (η)
🔉
☆
hanım evladı
🔉
καλομαθημένος (ο)
🔉
μαμόθρεφτος (ο)
🔉
☆
hanım hanımcık
🔉
πολύ κυρία
🔉
υπερβολικά σεμνή
🔉
☆
hanım hanımcıklık
🔉
υπερβολική σεμνότητα (η)
🔉
επιτηδευμένη κυριότητα (η)
🔉
☆
hanım iğnesi
🔉
παραμάνα (η)
🔉
☆
hanımanne
🔉
γιαγιά (η)
🔉
☆
hanımcık
🔉
μικρή κυρία (η)
🔉
δεσποινιδούλα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱