Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆harç 🔉  

κονίαμα (το) 🔉  
μίγμα (το) 🔉  
τέλος (το) 🔉  
παράβολο (το) 🔉  
☆harcama 🔉  

δαπάνη (η) 🔉  
έξοδο (το) 🔉  
κατανάλωση (η) 🔉  
☆harcama kalemi 🔉  

κονδύλι δαπάνης (το) 🔉  
☆harcamak 🔉  

δαπανώ 🔉  
ξοδεύω 🔉  
καταναλώνω 🔉  
☆harcanabilme 🔉  

δυνατότητα δαπάνης (η) 🔉  
δυνατότητα κατανάλωσης (η) 🔉  
☆harcanabilmek 🔉  

δύναμαι να δαπανηθώ 🔉  
δύναμαι να καταναλωθώ 🔉  
☆harcanılma 🔉  

δαπάνηση (η) 🔉  
κατανάλωση (η) 🔉  
☆harcanılmak 🔉  

δαπανώμαι 🔉  
καταναλώνομαι 🔉  
☆harcanış 🔉  

δαπάνηση (η) 🔉  
κατανάλωση (η) 🔉  
☆harcanma 🔉  

δαπάνηση (η) 🔉  
κατανάλωση (η) 🔉  
☆harcanmak 🔉  

δαπανώμαι 🔉  
καταναλώνομαι 🔉  
☆harcatılma 🔉  

δαπάνηση (η) 🔉  
κατανάλωση (η) 🔉  
☆harcatılmak 🔉  

δαπανώμαι 🔉  
καταναλώνομαι 🔉  
☆harcatma 🔉  

πρόκληση δαπάνης (η) 🔉  
☆harcatmak 🔉  

κάνω να ξοδέψουν 🔉  
προκαλώ δαπάνη 🔉  
☆harcayabilme 🔉  

δυνατότητα δαπάνης (η) 🔉  
☆harcayabilmek 🔉  

δύναμαι να δαπανήσω 🔉  
δύναμαι να ξοδέψω 🔉  
☆harcayış 🔉  

δαπάνηση (η) 🔉  
ξόδεμα (το) 🔉  
☆harcayıverme 🔉  

γρήγορη δαπάνηση (η) 🔉  
πρόχειρο ξόδεμα (το) 🔉  
☆harcayıvermek 🔉  

ξοδεύω αμέσως 🔉  
δαπανώ πρόχειρα 🔉  
☆harcetme 🔉  

δαπάνηση (η) 🔉  
ξόδεμα (το) 🔉  
☆harcetmek 🔉  

δαπανώ 🔉  
ξοδεύω 🔉  
☆harcıâlem 🔉  

κοινότοπος 🔉  
τετριμμένος 🔉  
☆harcırah 🔉  

οδοιπορικά (τα) 🔉  
έξοδα μετακίνησης (τα) 🔉  
☆harçlı 🔉  

με κονίαμα 🔉  
με τέλος 🔉  
☆harçlık 🔉  

χαρτζιλίκι (το) 🔉  
επίδομα (το) 🔉  
☆harçsız 🔉  

χωρίς κονίαμα 🔉  
ατελής 🔉  
☆harçsızlık 🔉  

έλλειψη κονιάματος (η) 🔉  
ατέλεια (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱