Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆hat 🔉  

γραμμή (η) 🔉  
γραφή (η) 🔉  
καλλιγραφία (η) 🔉  
☆hat bekçisi 🔉  

φύλακας γραμμής (ο) 🔉  
☆hata 🔉  

σφάλμα (το) 🔉  
λάθος (το) 🔉  
πταίσμα (το) 🔉  
☆hatalı 🔉  

εσφαλμένος 🔉  
λαθεμένος 🔉  
υπαίτιος 🔉  
☆hatalı yürüme 🔉  

παθολογικό βάδισμα (το) 🔉  
εσφαλμένο βάδισμα (το) 🔉  
☆hatalılık 🔉  

εσφαλμένο (το) 🔉  
ελαττωματικότητα (η) 🔉  
☆hatasıyla sevabıyla 🔉  

με τα καλά και τα κακά του 🔉  
με τα λάθη και τα σωστά του 🔉  
☆hatasız 🔉  

άψογος 🔉  
αλάνθαστος 🔉  
☆hatasızca 🔉  

άψογα 🔉  
αλάνθαστα 🔉  
☆hatasızlık 🔉  

αλάνθαστο (το) 🔉  
αψεγάδιαστο (το) 🔉  
☆Hatay 🔉  

Χατάι (το) 🔉  
☆Hataylı 🔉  

Χαταϊνός (ο) 🔉  
Χαταϊνή (η) 🔉  
☆Hataylılık 🔉  

χαταϊνή καταγωγή (η) 🔉  
☆hatif 🔉  

αόρατη φωνή (η) 🔉  
μυστική φωνή (η) 🔉  
☆hatim 🔉  

ανάγνωση ολοκλήρου του Κορανίου (η) 🔉  
χατίμ (το) 🔉  
☆hatim duası 🔉  

δέηση χατίμ (η) 🔉  
☆hatime 🔉  

επίλογος (ο) 🔉  
κατακλείδα (η) 🔉  
☆hatip 🔉  

ρήτορας (ο) 🔉  
ιεροκήρυκας (ο) 🔉  
☆hatiplik 🔉  

ρητορική (η) 🔉  
ιδιότητα ρήτορα (η) 🔉  
☆hatıl 🔉  

ξυλοδεσιά (η) 🔉  
οριζόντιο ξύλινο δοκάρι (το) 🔉  
☆hatıllama 🔉  

τοποθέτηση ξυλοδεσιών (η) 🔉  
☆hatıllamak 🔉  

τοποθετώ ξυλοδεσιές 🔉  
☆hatır 🔉  

χάρη (η) 🔉  
υπόληψη (η) 🔉  
μνήμη (η) 🔉  
☆hatır belasına 🔉  

για το χατίρι 🔉  
από υποχρέωση 🔉  
☆hatır hatır 🔉  

με το καλό 🔉  
με παρακάλια 🔉  
☆hatır hutur 🔉  

με το καλό 🔉  
με παρακάλια 🔉  
☆hatır senedi 🔉  

γραμμάτιο (το) 🔉  
συναλλαγματική (η) 🔉  
☆hatıra 🔉  

ανάμνηση (η) 🔉  
ενθύμιο (το) 🔉  
☆hatıra defteri 🔉  

λεύκωμα (το) 🔉  
βιβλίο αναμνήσεων (το) 🔉  
☆hatırat 🔉  

απομνημονεύματα (τα) 🔉  
☆hatırlama 🔉  

ανάμνηση (η) 🔉  
ενθύμηση (η) 🔉  
☆hatırlamak 🔉  

θυμάμαι 🔉  
ανακαλώ 🔉  
☆hatırlanabilme 🔉  

δυνατότητα να θυμηθεί (η) 🔉  
☆hatırlanabilmek 🔉  

μπορώ να θυμηθώ 🔉  
☆hatırlanış 🔉  

ενθύμηση (η) 🔉  
ανάμνηση (η) 🔉  
☆hatırlanma 🔉  

ενθύμηση (η) 🔉  
ανάμνηση (η) 🔉  
☆hatırlanmak 🔉  

θυμάμαι 🔉  
ανακαλούμαι 🔉  
☆hatırlatabilme 🔉  

δυνατότητα υπενθύμισης (η) 🔉  
☆hatırlatabilmek 🔉  

μπορώ να υπενθυμίσω 🔉  
☆hatırlatılma 🔉  

υπενθύμιση (η) 🔉  
☆hatırlatılmak 🔉  

υπενθυμίζομαι 🔉  
☆hatırlatış 🔉  

υπενθύμιση (η) 🔉  
☆hatırlatıverme 🔉  

άμεση υπενθύμιση (η) 🔉  
☆hatırlatıvermek 🔉  

υπενθυμίζω αμέσως 🔉  
☆hatırlatma 🔉  

υπενθύμιση (η) 🔉  
☆hatırlatmak 🔉  

υπενθυμίζω 🔉  
☆hatırlayabilme 🔉  

δυνατότητα να θυμηθεί (η) 🔉  
☆hatırlayabilmek 🔉  

μπορώ να θυμηθώ 🔉  
☆hatırlayış 🔉  

ενθύμηση (η) 🔉  
ανάμνηση (η) 🔉  
☆hatırlayıverme 🔉  

ξαφνική ενθύμηση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱