Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
her
🔉
κάθε
🔉
οποιοσδήποτε
🔉
☆
her bir
🔉
καθένας
🔉
κάθε ένας
🔉
☆
her biri
🔉
ο καθένας
🔉
το καθένα
🔉
☆
her daim
🔉
πάντοτε
🔉
διαρκώς
🔉
☆
her dem
🔉
πάντοτε
🔉
συνεχώς
🔉
☆
her dem taze
🔉
πάντα φρέσκος
🔉
☆
her gün
🔉
κάθε μέρα
🔉
☆
her hâlde
🔉
σε κάθε περίπτωση
🔉
☆
her hâlükârda
🔉
οπωσδήποτε
🔉
εν πάση περιπτώσει
🔉
☆
her nasılsa
🔉
όπως και να ’χει
🔉
όπως κι αν έγινε
🔉
☆
her ne hikmetse
🔉
κατά περίεργο τρόπο
🔉
☆
her ne kadar
🔉
όσο κι αν
🔉
παρόλο που
🔉
☆
her nedense
🔉
για κάποιο λόγο
🔉
☆
her neyse
🔉
τέλος πάντων
🔉
☆
her yerdelik
🔉
πανταχού παρουσία (η)
🔉
☆
her zaman
🔉
πάντα
🔉
κάθε φορά
🔉
☆
herbivor
🔉
φυτοφάγος
🔉
☆
hercai
🔉
άστατος
🔉
ελαφρόμυαλος
🔉
άπιστος
🔉
☆
hercai menekşe
🔉
πανσές (ο)
🔉
☆
hercaice
🔉
άστατα
🔉
επιπόλαια
🔉
☆
hercailik
🔉
αστάθεια (η)
🔉
επιπολαιότητα (η)
🔉
☆
hercümerç
🔉
αναστάτωση (η)
🔉
χάος (το)
🔉
☆
herek
🔉
πάσσαλος (ο)
🔉
☆
herekleme
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
☆
hereklemek
🔉
πασσαλώνω
🔉
☆
hergele
🔉
παλιόπαιδο (το)
🔉
αλήτης (ο)
🔉
☆
hergeleci
🔉
αλητάκος (ο)
🔉
παλιόπαιδο (το)
🔉
☆
hergelecilik
🔉
αλητεία (η)
🔉
☆
hergelelik
🔉
αλητεία (η)
🔉
☆
herhâlde
🔉
πιθανότατα
🔉
μάλλον
🔉
☆
herhangi
🔉
οποιοσδήποτε
🔉
οποιοδήποτε
🔉
☆
herhangi bir
🔉
οποιοσδήποτε
🔉
οποιοδήποτε
🔉
☆
herhangi biri
🔉
οποιοσδήποτε (ο)
🔉
οποιαδήποτε (η)
🔉
☆
herif
🔉
τύπος (ο)
🔉
άντρας (ο)
🔉
☆
herifçioğlu
🔉
παλιάνθρωπος (ο)
🔉
☆
heriflik
🔉
αντρισμός (ο)
🔉
παλικαριά (η)
🔉
☆
herik
🔉
σβώλος (ο)
🔉
☆
herk
🔉
τσουβάλι (το)
🔉
☆
herkes
🔉
όλοι
🔉
ο καθένας
🔉
☆
herkesçe
🔉
από όλους
🔉
γενικώς
🔉
☆
herkeslik
🔉
καθολικότητα (η)
🔉
☆
herkül
🔉
Ηρακλής (ο)
🔉
☆
hermetik
🔉
ερμητικός
🔉
☆
hertz
🔉
χερτζ (το)
🔉
☆
herze
🔉
ανοησία (η)
🔉
σαχλαμάρα (η)
🔉
☆
herzevekil
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
σαχλαμάρας (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱