Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
hey 🔉  

ε! 🔉  
ω! 🔉  
heyamola 🔉  

έια μόλα 🔉  
heybe 🔉  

σαμάρι-σακούλα (η) 🔉  
δισάκι (το) 🔉  
heybeci 🔉  

κατασκευαστής δισακιών (ο) 🔉  
heybecilik 🔉  

κατασκευή δισακιών (η) 🔉  
heybet 🔉  

επιβλητικότητα (η) 🔉  
μεγαλοπρέπεια (η) 🔉  
heybetli 🔉  

επιβλητικός 🔉  
μεγαλόπρεπος 🔉  
heybetlice 🔉  

επιβλητικά 🔉  
μεγαλόπρεπα 🔉  
heybetlilik 🔉  

επιβλητικότητα (η) 🔉  
μεγαλοπρέπεια (η) 🔉  
heyecan 🔉  

ενθουσιασμός (ο) 🔉  
συγκίνηση (η) 🔉  
διέγερση (η) 🔉  
heyecanlanabilme 🔉  

δυνατότητα ενθουσιασμού (η) 🔉  
δυνατότητα συγκίνησης (η) 🔉  
heyecanlanabilmek 🔉  

δύναμαι να ενθουσιαστώ 🔉  
δύναμαι να συγκινηθώ 🔉  
heyecanlandırabilme 🔉  

δυνατότητα ενθουσιασμού (η) 🔉  
δυνατότητα διέγερσης (η) 🔉  
heyecanlandırabilmek 🔉  

δύναμαι να ενθουσιάσω 🔉  
δύναμαι να διεγείρω 🔉  
heyecanlandırma 🔉  

ενθουσιασμός (ο) 🔉  
διέγερση (η) 🔉  
heyecanlandırmak 🔉  

ενθουσιάζω 🔉  
διεγείρω 🔉  
συγκινώ 🔉  
heyecanlanış 🔉  

ενθουσιασμός (ο) 🔉  
συγκίνηση (η) 🔉  
heyecanlanıverme 🔉  

ξαφνικός ενθουσιασμός (ο) 🔉  
heyecanlanıvermek 🔉  

ενθουσιάζομαι ξαφνικά 🔉  
heyecanlanma 🔉  

ενθουσιασμός (ο) 🔉  
συγκίνηση (η) 🔉  
heyecanlanmak 🔉  

ενθουσιάζομαι 🔉  
συγκινούμαι 🔉  
διεγείρομαι 🔉  
heyecanlı 🔉  

ενθουσιώδης 🔉  
συγκινημένος 🔉  
heyecanlılık 🔉  

ενθουσιασμός (ο) 🔉  
συγκινησιακή φόρτιση (η) 🔉  
heyecansız 🔉  

ασυγκίνητος 🔉  
άτονος 🔉  
heyecansızca 🔉  

ασυγκίνητα 🔉  
άτονα 🔉  
heyecansızlık 🔉  

ατονία (η) 🔉  
ασυγκινησία (η) 🔉  
heyelan 🔉  

κατολίσθηση (η) 🔉  
heyet 🔉  

επιτροπή (η) 🔉  
αντιπροσωπεία (η) 🔉  
heyet raporu 🔉  

έκθεση επιτροπής (η) 🔉  
heyetiyle 🔉  

με όλη την επιτροπή 🔉  
σύσσωμος 🔉  
heyhat 🔉  

αλίμονο 🔉  
φευ 🔉  
heyhey 🔉  

έξαλλος (ο) 🔉  
οργή (η) 🔉  
heyheylenme 🔉  

έξαψη (η) 🔉  
οργή (η) 🔉  
heyheylenmek 🔉  

εξάπτομαι 🔉  
οργίζομαι 🔉  
heykel 🔉  

άγαλμα (το) 🔉  
γλυπτό (το) 🔉  
heykelci 🔉  

γλύπτης (ο) 🔉  
heykelci kalemi 🔉  

σμίλη γλύπτη (η) 🔉  
heykelcilik 🔉  

γλυπτική (η) 🔉  
heykelleştirme 🔉  

αγαλματοποίηση (η) 🔉  
heykelleştirmek 🔉  

αγαλματοποιώ 🔉  
heykelli 🔉  

με άγαλμα 🔉  
αγαλματωμένος 🔉  
heykeltıraş 🔉  

γλύπτης (ο) 🔉  
heykeltıraşlık 🔉  

γλυπτική (η) 🔉  
heyula 🔉  

φάντασμα (το) 🔉  
τέρας (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱