Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
his
🔉
αίσθημα (το)
🔉
αίσθηση (η)
🔉
διαίσθηση (η)
🔉
☆
hiş
🔉
σσσ
🔉
☆
hisar
🔉
φρούριο (το)
🔉
κάστρο (το)
🔉
☆
hisarbuselik
🔉
χισάρ-μπουσελίκ (το)
🔉
☆
Hisarcık
🔉
Χισαρτζίκ (το)
🔉
☆
hislendirme
🔉
συγκίνηση (η)
🔉
☆
hislendirmek
🔉
συγκινώ
🔉
☆
hisleniş
🔉
συγκίνηση (η)
🔉
☆
hislenme
🔉
συγκίνηση (η)
🔉
☆
hislenmek
🔉
συγκινούμαι
🔉
☆
hisli
🔉
συγκινημένος
🔉
ευαίσθητος
🔉
☆
hislilik
🔉
ευαισθησία (η)
🔉
☆
hisse
🔉
μερίδιο (το)
🔉
μετοχή (η)
🔉
☆
hisse senedi
🔉
μετοχή (η)
🔉
☆
hissedar
🔉
μέτοχος (ο)
🔉
☆
hissedarlık
🔉
μετοχικότητα (η)
🔉
☆
hissedebilme
🔉
δυνατότητα αίσθησης (η)
🔉
☆
hissedebilmek
🔉
μπορώ να αισθανθώ
🔉
☆
hissedilebilme
🔉
δυνατότητα να γίνει αισθητό (η)
🔉
☆
hissedilebilmek
🔉
μπορεί να γίνει αισθητό
🔉
☆
hissedilme
🔉
αίσθηση (η)
🔉
☆
hissedilmek
🔉
αισθάνομαι
🔉
γίνεται αισθητό
🔉
☆
hissediş
🔉
αίσθηση (η)
🔉
☆
hisseişayia
🔉
εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα (η)
🔉
☆
hisseli
🔉
με μερίδιο
🔉
μετοχικός
🔉
☆
hissesiz
🔉
χωρίς μερίδιο
🔉
χωρίς μετοχές
🔉
☆
hisset
🔉
αισθάνσου
🔉
☆
hissetme
🔉
αίσθηση (η)
🔉
☆
hissetmek
🔉
αισθάνομαι
🔉
νιώθω
🔉
☆
hissettirebilme
🔉
δυνατότητα να κάνει να αισθανθεί (η)
🔉
☆
hissettirebilmek
🔉
μπορώ να κάνω να αισθανθεί
🔉
☆
hissettiriş
🔉
πρόκληση αίσθησης (η)
🔉
☆
hissettirme
🔉
πρόκληση αίσθησης (η)
🔉
☆
hissettirmek
🔉
κάνω να αισθανθεί
🔉
προκαλώ αίσθηση
🔉
☆
hissettirtme
🔉
πρόκληση αίσθησης (η)
🔉
☆
hissettirtmek
🔉
κάνω να προκαλέσει αίσθηση
🔉
☆
hissî
🔉
συναισθηματικός
🔉
αισθητικός
🔉
☆
hissikablelvuku
🔉
προαίσθημα (το)
🔉
☆
hissîlik
🔉
συναισθηματικότητα (η)
🔉
☆
hissiselim
🔉
ορθή αίσθηση (η)
🔉
υγιές ένστικτο (το)
🔉
☆
hissiyat
🔉
συναισθήματα (τα)
🔉
αισθήματα (τα)
🔉
☆
hissiz
🔉
αναίσθητος
🔉
ασυγκίνητος
🔉
☆
hissizlik
🔉
αναισθησία (η)
🔉
ασυγκινησία (η)
🔉
☆
hissolunma
🔉
αίσθηση (η)
🔉
☆
hissolunmak
🔉
αισθάνομαι
🔉
γίνεται αισθητό
🔉
☆
hişt
🔉
ψιτ
🔉
☆
histerezis
🔉
υστέρηση (η)
🔉
☆
histeri
🔉
υστερία (η)
🔉
☆
histerik
🔉
υστερικός
🔉
☆
histolog
🔉
ιστολόγος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱