Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
hoş 🔉  

ευχάριστος 🔉  
ωραίος 🔉  
χαριτωμένος 🔉  
hoş koku 🔉  

ευωδία (η) 🔉  
ευχάριστη οσμή (η) 🔉  
hoş kokulu 🔉  

ευωδιαστός 🔉  
ευωδής 🔉  
hoşaf 🔉  

κομπόστα (η) 🔉  
hoşaflık 🔉  

κομποστιέρα (η) 🔉  
hoşbeş 🔉  

κουβεντούλα (η) 🔉  
hoşça 🔉  

ευχάριστα 🔉  
χαρωπά 🔉  
φιλικά 🔉  
hoşgörü 🔉  

ανεκτικότητα (η) 🔉  
επιείκεια (η) 🔉  
hoşgörücü 🔉  

ανεκτικός 🔉  
επιεικής 🔉  
hoşgörücülük 🔉  

ανεκτικότητα (η) 🔉  
επιείκεια (η) 🔉  
hoşgörülü 🔉  

ανεκτικός 🔉  
επιεικής 🔉  
hoşgörülülük 🔉  

ανεκτικότητα (η) 🔉  
επιείκεια (η) 🔉  
hoşgörürlük 🔉  

ανεκτικότητα (η) 🔉  
επιείκεια (η) 🔉  
hoşgörüsüz 🔉  

ανεκτικός 🔉  
μισαλλόδοξος 🔉  
hoşgörüsüzlük 🔉  

μισαλλοδοξία (η) 🔉  
έλλειψη ανεκτικότητας (η) 🔉  
hoşhoş 🔉  

ευχάριστος 🔉  
χαριτωμένος 🔉  
hoşkuran 🔉  

ευχαριστημένος 🔉  
ικανοποιημένος 🔉  
hoşlanabilme 🔉  

δυνατότητα να αρέσει (η) 🔉  
δυνατότητα να ευχαριστεί (η) 🔉  
hoşlanabilmek 🔉  

μπορώ να μου αρέσει 🔉  
μπορώ να ευχαριστηθώ 🔉  
hoşlandırma 🔉  

ευχαρίστηση (η) 🔉  
ικανοποίηση (η) 🔉  
hoşlandırmak 🔉  

ευχαριστώ 🔉  
ικανοποιώ 🔉  
hoşlanış 🔉  

συμπάθεια (η) 🔉  
ευχαρίστηση (η) 🔉  
hoşlanma 🔉  

συμπάθεια (η) 🔉  
ευχαρίστηση (η) 🔉  
hoşlanmak 🔉  

μου αρέσει 🔉  
συμπαθώ 🔉  
ευχαριστιέμαι 🔉  
hoşlaşma 🔉  

αμοιβαία συμπάθεια (η) 🔉  
αμοιβαία ευχαρίστηση (η) 🔉  
hoşlaşmak 🔉  

αλληλοσυμπαθιόμαστε 🔉  
αλληλοαρεσκόμαστε 🔉  
hoşlaştırma 🔉  

εξωραϊσμός (ο) 🔉  
καλλωπισμός (ο) 🔉  
hoşlaştırmak 🔉  

εξωραΐζω 🔉  
καλλωπίζω 🔉  
hoşluk 🔉  

ευχαρίστηση (η) 🔉  
τερπνότητα (η) 🔉  
ευγένεια (η) 🔉  
höşmerim 🔉  

χοσμερίμ (το) 🔉  
hoşnut 🔉  

ικανοποιημένος 🔉  
ευχαριστημένος 🔉  
hoşnutluk 🔉  

ικανοποίηση (η) 🔉  
ευχαρίστηση (η) 🔉  
hoşnutsuz 🔉  

δυσαρεστημένος 🔉  
ανικανοποίητος 🔉  
hoşnutsuzca 🔉  

δυσαρεστημένα 🔉  
με δυσαρέσκεια 🔉  
hoşnutsuzluk 🔉  

δυσαρέσκεια (η) 🔉  
ανικανοποίηση (η) 🔉  
hoşsohbet 🔉  

ευχάριστος στη συζήτηση 🔉  
ευχάριστος συνομιλητής 🔉  
hoşt 🔉  

σιτ 🔉  
φύγε 🔉  
höst 🔉  

εχμ 🔉  
βήχας (ο) 🔉  
hostes 🔉  

αεροσυνοδός (η) 🔉  
οικοδέσποινα (η) 🔉  
hosteslik 🔉  

εργασία αεροσυνοδού (η) 🔉  
hoşur 🔉  

ευχάριστος 🔉  
ευάρεστος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱