Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
iğ
🔉
αδράχτι (το)
🔉
βελόνα (η)
🔉
iğ ağacı
🔉
άρκευθος (ο)
🔉
iğ iplik
🔉
βελόνα και κλωστή (η)
🔉
iğ yağı
🔉
λάδι αδραχτιού (το)
🔉
λιπαντικό (το)
🔉
iğbirar
🔉
αγκάθι (το)
🔉
αγκαθωτότητα (η)
🔉
iğci
🔉
κατασκευαστής αδραχτιών (ο)
🔉
βελονοποιός (ο)
🔉
iğcilik
🔉
κατασκευή αδραχτιών (η)
🔉
βελονοποιία (η)
🔉
iğde
🔉
ελαίαγνος (ο)
🔉
iğdegiller
🔉
ελαίαγνιδες (οι)
🔉
iğdemir
🔉
σιδερένιο αδράχτι (το)
🔉
İğdir
🔉
Ιγντίρ (το)
🔉
iğdiş
🔉
ευνούχος (ο)
🔉
Iğdır
🔉
Ιγντίρ (το)
🔉
Iğdırlı
🔉
από το Ιγντίρ
🔉
Iğdırlılık
🔉
καταγωγή από το Ιγντίρ (η)
🔉
iğfal
🔉
αποπλάνηση (η)
🔉
διαφθορά (η)
🔉
iğlik
🔉
θήκη βελόνας (η)
🔉
βελονοθήκη (η)
🔉
iglu
🔉
ιγκλού (το)
🔉
iğne
🔉
βελόνα (η)
🔉
ακίδα (η)
🔉
ένεση (η)
🔉
iğne ardı
🔉
πίσω από τη βελόνα
🔉
στο παρασκήνιο
🔉
iğne deliği
🔉
τρύπα βελόνας (η)
🔉
οπή βελόνας (η)
🔉
iğne oyalı
🔉
με βελονιά δαντέλας
🔉
με βελονάκι
🔉
iğne oyası
🔉
βελονιά δαντέλας (η)
🔉
δαντέλα με βελόνα (η)
🔉
iğne yaprak
🔉
βελονοειδές φύλλο (το)
🔉
iğne yapraklılar
🔉
κωνοφόρα (τα)
🔉
iğne yastığı
🔉
μαξιλαράκι βελονών (το)
🔉
καρφιτσομαξιλάρι (το)
🔉
iğneci
🔉
βελονοποιός (ο)
🔉
βελονιστής (ο)
🔉
iğnecik
🔉
μικρή βελόνα (η)
🔉
βελονάκι (το)
🔉
iğnecilik
🔉
βελονοποιία (η)
🔉
βελονισμός (ο)
🔉
iğneden ipliğe
🔉
από τη βελόνα ως την κλωστή
🔉
από το Α ως το Ω
🔉
iğnedenlik
🔉
βελονοθήκη (η)
🔉
iğneleme
🔉
αιχμή (η)
🔉
υπαινικτική προσβολή (η)
🔉
σαρκασμός (ο)
🔉
iğnelemek
🔉
υπαινίσσομαι καυστικά
🔉
σαρκάζω
🔉
τσιγκλώ
🔉
iğnelenme
🔉
σαρκασμός (ο)
🔉
υπαινικτική προσβολή (η)
🔉
iğnelenmek
🔉
δέχομαι αιχμές
🔉
σαρκάζομαι
🔉
iğneletme
🔉
πρόκληση αιχμών (η)
🔉
υποκίνηση σαρκασμού (η)
🔉
iğneletmek
🔉
κάνω να σαρκάσει
🔉
προκαλώ αιχμές
🔉
iğneleyiş
🔉
αιχμηρή διατύπωση (η)
🔉
σαρκαστικός τρόπος (ο)
🔉
iğneli
🔉
αιχμηρός
🔉
σαρκαστικός
🔉
με βελόνες
🔉
iğneli fıçı
🔉
κάκτος βαρελόμορφος (ο)
🔉
iğneli söz
🔉
αιχμηρός λόγος (ο)
🔉
σαρκαστική κουβέντα (η)
🔉
iğnelik
🔉
βελονοθήκη (η)
🔉
καρφιτσοθήκη (η)
🔉
iğrenç
🔉
αηδιαστικός
🔉
αποκρουστικός
🔉
iğrençlik
🔉
αηδία (η)
🔉
αποκρουστικότητα (η)
🔉
iğrendirme
🔉
πρόκληση αηδίας (η)
🔉
αποστροφή (η)
🔉
iğrendirmek
🔉
προκαλώ αηδία
🔉
αηδιάζω
🔉
iğrenebilme
🔉
δυνατότητα να αηδιάσει (η)
🔉
iğrenebilmek
🔉
μπορώ να αηδιάσω
🔉
iğrengen
🔉
αηδιαστικός
🔉
αποκρουστικός
🔉
iğrengenlik
🔉
αηδία (η)
🔉
αποκρουστικότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱