Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
iş
🔉
εργασία (η)
🔉
δουλειά (η)
🔉
έργο (το)
🔉
υπόθεση (η)
🔉
απασχόληση (η)
🔉
is
🔉
αιθάλη (η)
🔉
iş adamı
🔉
επιχειρηματίας (ο)
🔉
άνθρωπος των επιχειρήσεων (ο)
🔉
iş adamlığı
🔉
επιχειρηματικότητα (η)
🔉
iş akdi
🔉
σύμβαση εργασίας (η)
🔉
εργατική σύμβαση (η)
🔉
iş alanı
🔉
πεδίο εργασίας (το)
🔉
τομέας δραστηριότητας (ο)
🔉
iş bilimi
🔉
εργονομία (η)
🔉
επιστήμη της εργασίας (η)
🔉
iş birliği
🔉
συνεργασία (η)
🔉
iş birlikçi
🔉
συνεργάτης (ο)
🔉
δοσίλογος (ο)
🔉
iş birlikçilik
🔉
συνεργασία (η)
🔉
δοσιλογισμός (ο)
🔉
iş birlikli
🔉
συνεργατικός
🔉
iş bırakımcı
🔉
απεργοσπάστης (ο)
🔉
iş bırakımı
🔉
απεργία (η)
🔉
στάση εργασίας (η)
🔉
iş bıraktırımı
🔉
επιβολή παύσης εργασίας (η)
🔉
iş bölümü
🔉
καταμερισμός εργασίας (ο)
🔉
iş donu
🔉
εσώρουχο εργασίας (το)
🔉
iş eri
🔉
εργαζόμενος (ο)
🔉
υπάλληλος (ο)
🔉
iş gezisi
🔉
επαγγελματικό ταξίδι (το)
🔉
υπηρεσιακό ταξίδι (το)
🔉
iş güç
🔉
δουλειές (οι)
🔉
υποχρεώσεις (οι)
🔉
iş güç sahibi
🔉
πολυάσχολος
🔉
με πολλές υποχρεώσεις
🔉
iş güçlüğü
🔉
δυσκολία εργασίας (η)
🔉
εργασιακή δυσχέρεια (η)
🔉
iş gücü
🔉
εργατικό δυναμικό (το)
🔉
εργατική δύναμη (η)
🔉
iş günü
🔉
εργάσιμη ημέρα (η)
🔉
iş hacmi
🔉
όγκος εργασίας (ο)
🔉
iş hanı
🔉
επαγγελματικό κτίριο (το)
🔉
εμπορικό μέγαρο (το)
🔉
iş hayatı
🔉
επαγγελματική ζωή (η)
🔉
εργασιακή ζωή (η)
🔉
iş kadını
🔉
επιχειρηματίας (η)
🔉
γυναίκα των επιχειρήσεων (η)
🔉
iş kazası
🔉
εργατικό ατύχημα (το)
🔉
iş kolu
🔉
κλάδος εργασίας (ο)
🔉
επαγγελματικός κλάδος (ο)
🔉
iş merkezi
🔉
επιχειρηματικό κέντρο (το)
🔉
iş önlüğü
🔉
ποδιά εργασίας (η)
🔉
iş saati
🔉
ώρα εργασίας (η)
🔉
ωράριο εργασίας (το)
🔉
iş seyahati
🔉
επαγγελματικό ταξίδι (το)
🔉
υπηρεσιακό ταξίδι (το)
🔉
iş sözleşmesi
🔉
σύμβαση εργασίας (η)
🔉
iş yeri
🔉
χώρος εργασίας (ο)
🔉
τόπος εργασίας (ο)
🔉
επιχείρηση (η)
🔉
İsa
🔉
Ιησούς (ο)
🔉
isabet
🔉
επιτυχία (η)
🔉
ευστοχία (η)
🔉
isabetli
🔉
εύστοχος
🔉
επιτυχής
🔉
isabetlilik
🔉
ευστοχία (η)
🔉
επιτυχία (η)
🔉
isabetsiz
🔉
άστοχος
🔉
ανεπιτυχής
🔉
isabetsizlik
🔉
αστοχία (η)
🔉
έλλειψη ευστοχίας (η)
🔉
isal
🔉
διάρροια (η)
🔉
isale
🔉
αγωγός (ο)
🔉
διοχέτευση (η)
🔉
işar
🔉
υπαινιγμός (ο)
🔉
νεύμα (το)
🔉
işaret
🔉
σημάδι (το)
🔉
ένδειξη (η)
🔉
σήμα (το)
🔉
σημείο (το)
🔉
işaret dili
🔉
νοηματική γλώσσα (η)
🔉
işaret fişeği
🔉
φωτοβολίδα σήματος (η)
🔉
φωτοβολίδα (η)
🔉
işaret parmağı
🔉
δείκτης (ο)
🔉
işaret sıfatı
🔉
δεικτικό επίθετο (το)
🔉
işaret zamiri
🔉
δεικτική αντωνυμία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱