Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
işte 🔉  

να 🔉  
ιδού 🔉  
istek 🔉  

επιθυμία (η) 🔉  
αίτημα (το) 🔉  
όρεξη (η) 🔉  
isteka 🔉  

στέκα (η) 🔉  
isteklendirici 🔉  

παρακινητικός 🔉  
ενθαρρυντικός 🔉  
isteklendirme 🔉  

παρακίνηση (η) 🔉  
ενθάρρυνση (η) 🔉  
isteklendirmek 🔉  

παρακινώ 🔉  
ενθαρρύνω 🔉  
istekleniş 🔉  

παρακίνηση (η) 🔉  
ενθάρρυνση (η) 🔉  
isteklenme 🔉  

παρακίνηση (η) 🔉  
ενθάρρυνση (η) 🔉  
isteklenmek 🔉  

παρακινούμαι 🔉  
ενθαρρύνομαι 🔉  
istekli 🔉  

πρόθυμος 🔉  
επιθυμητικός 🔉  
isteklilik 🔉  

προθυμία (η) 🔉  
επιθυμία (η) 🔉  
isteksiz 🔉  

απρόθυμος 🔉  
χωρίς όρεξη 🔉  
isteksizce 🔉  

απρόθυμα 🔉  
χωρίς όρεξη 🔉  
isteksizlik 🔉  

απροθυμία (η) 🔉  
έλλειψη όρεξης (η) 🔉  
istem 🔉  

βούληση (η) 🔉  
isteme 🔉  

επιθυμία (η) 🔉  
αίτημα (το) 🔉  
isteme kipleri 🔉  

εγκλίσεις (οι) 🔉  
istemek 🔉  

επιθυμώ 🔉  
ζητώ 🔉  
istemli 🔉  

εκούσιος 🔉  
θελημένος 🔉  
istemlilik 🔉  

εκουσιότητα (η) 🔉  
istemseme 🔉  

επιθυμία (η) 🔉  
πόθος (ο) 🔉  
istemsiz 🔉  

ακούσιος 🔉  
αθέλητος 🔉  
istemsizlik 🔉  

ακούσιοτητα (η) 🔉  
αθελησία (η) 🔉  
istenç 🔉  

βούληση (η) 🔉  
θέληση (η) 🔉  
istenç dışı 🔉  

ακούσιος 🔉  
εκτός βούλησης 🔉  
istenç yitimi 🔉  

απώλεια βούλησης (η) 🔉  
istenççi 🔉  

βουλησιοκράτης (ο) 🔉  
istenççilik 🔉  

βουλησιοκρατία (η) 🔉  
istençli 🔉  

εκούσιος 🔉  
με βούληση 🔉  
istençlilik 🔉  

εκουσιότητα (η) 🔉  
istençsiz 🔉  

άβουλος 🔉  
χωρίς βούληση 🔉  
istençsizlik 🔉  

αβουλία (η) 🔉  
istenilebilme 🔉  

δυνατότητα να ζητηθεί (η) 🔉  
istenilebilmek 🔉  

μπορώ να ζητηθώ 🔉  
δύναμαι να απαιτηθώ 🔉  
istenilme 🔉  

ζήτηση (η) 🔉  
απαίτηση (η) 🔉  
istenilmek 🔉  

ζητούμαι 🔉  
απαιτούμαι 🔉  
isteniş 🔉  

ζήτηση (η) 🔉  
απαίτηση (η) 🔉  
istenme 🔉  

ζήτηση (η) 🔉  
απαίτηση (η) 🔉  
istenmek 🔉  

ζητούμαι 🔉  
επιθυμούμαι 🔉  
istenmeyen adam 🔉  

ανεπιθύμητος άνδρας (ο) 🔉  
istenmeyen durum 🔉  

ανεπιθύμητη κατάσταση (η) 🔉  
istenmeyen kişi 🔉  

ανεπιθύμητο πρόσωπο (το) 🔉  
ister 🔉  

είτε 🔉  
ή 🔉  
ister istemez 🔉  

θέλοντας και μη 🔉  
αναγκαστικά 🔉  
isteri 🔉  

υστερία (η) 🔉  
isteri nöbeti 🔉  

υστερική κρίση (η) 🔉  
isterik 🔉  

υστερικός 🔉  
işteş 🔉  

αλληλοπαθής 🔉  
αμοιβαίος 🔉  
işteş çatı 🔉  

αλληλοπαθής διάθεση (η) 🔉  
işteş fiil 🔉  

αλληλοπαθές ρήμα (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱