Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
il
🔉
επαρχία (η)
🔉
νομός (ο)
🔉
ila
🔉
έως
🔉
μέχρι
🔉
ilaç
🔉
φάρμακο (το)
🔉
ιατρικό (το)
🔉
ilaç bilimi
🔉
φαρμακολογία (η)
🔉
ilaçlama
🔉
ψεκασμός (ο)
🔉
φαρμακευτική αγωγή (η)
🔉
ilaçlamak
🔉
ψεκάζω
🔉
χορηγώ φάρμακο
🔉
ilaçlanış
🔉
φαρμακευτική αγωγή (η)
🔉
ψεκασμός (ο)
🔉
ilaçlanma
🔉
φαρμακευτική αγωγή (η)
🔉
ψεκασμός (ο)
🔉
ilaçlanmak
🔉
λαμβάνω φάρμακο
🔉
ψεκάζομαι
🔉
ilaçlı
🔉
φαρμακευμένος
🔉
με φάρμακο
🔉
ilaçlık
🔉
φαρμακευτικός
🔉
για φάρμακο
🔉
ilaçsız
🔉
χωρίς φάρμακο
🔉
ilaçsızlık
🔉
έλλειψη φαρμάκων (η)
🔉
ilah
🔉
θεός (ο)
🔉
İlah
🔉
Θεός (ο)
🔉
ilahe
🔉
θεά (η)
🔉
ilahi
🔉
ύμνος (ο)
🔉
θρησκευτικό άσμα (το)
🔉
İlahî
🔉
θεϊκός
🔉
θείος
🔉
ilahiyat
🔉
θεολογία (η)
🔉
ilahiyatçı
🔉
θεολόγος (ο)
🔉
ilahiyatçılık
🔉
θεολογία (η)
🔉
επάγγελμα θεολόγου (το)
🔉
ilahlaşma
🔉
θεοποίηση (η)
🔉
ilahlaşmak
🔉
θεοποιούμαι
🔉
ilahlaştırma
🔉
θεοποίηση (η)
🔉
ilahlaştırmak
🔉
θεοποιώ
🔉
ilam
🔉
δικαστική απόφαση (η)
🔉
ilan
🔉
ανακοίνωση (η)
🔉
αγγελία (η)
🔉
προκήρυξη (η)
🔉
ilan panosu
🔉
πίνακας ανακοινώσεων (ο)
🔉
ilan tahtası
🔉
πίνακας ανακοινώσεων (ο)
🔉
ilancı
🔉
διαφημιστής (ο)
🔉
αγγελιοδότης (ο)
🔉
ilancılık
🔉
διαφήμιση (η)
🔉
αγγελιοδοσία (η)
🔉
ilanen
🔉
δια ανακοινώσεως
🔉
δημοσίως
🔉
ilanihaye
🔉
επ’ αόριστον
🔉
επ’ άπειρον
🔉
ilanıaşk
🔉
δημόσια ερωτική εξομολόγηση (η)
🔉
ilarya
🔉
Ιλάρια (η)
🔉
ilave
🔉
προσθήκη (η)
🔉
συμπλήρωμα (το)
🔉
ilaveli
🔉
με προσθήκη
🔉
συμπληρωμένος
🔉
ilaveten
🔉
επιπροσθέτως
🔉
επιπλέον
🔉
ilbay
🔉
νομάρχης (ο)
🔉
ilca
🔉
έως
🔉
μέχρι
🔉
ilçe
🔉
επαρχία (η)
🔉
διοικητική περιφέρεια (η)
🔉
ilçebay
🔉
έπαρχος (ο)
🔉
ilçeli
🔉
επαρχιακός
🔉
του δήμου/της επαρχίας
🔉
ile
🔉
με
🔉
και
🔉
διά
🔉
ilek
🔉
αγριοσυκιά (η)
🔉
ilelebet
🔉
εις το διηνεκές
🔉
για πάντα
🔉
ilenç
🔉
κατάρα (η)
🔉
ilençli
🔉
καταραμένος
🔉
ilençsiz
🔉
χωρίς κατάρα
🔉
ακατάρατος
🔉
ileniş
🔉
κατάρα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱