Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆ile 🔉  

με 🔉  
και 🔉  
διά 🔉  
☆ilek 🔉  

αγριοσυκιά (η) 🔉  
☆ilelebet 🔉  

εις το διηνεκές 🔉  
για πάντα 🔉  
☆ilenç 🔉  

κατάρα (η) 🔉  
☆ilençli 🔉  

καταραμένος 🔉  
☆ilençsiz 🔉  

χωρίς κατάρα 🔉  
ακατάρατος 🔉  
☆ileniş 🔉  

κατάρα (η) 🔉  
☆ilenme 🔉  

κατάρα (η) 🔉  
☆ilenmek 🔉  

καταριέμαι 🔉  
☆ileri 🔉  

μπροστά 🔉  
προχωρημένος 🔉  
προηγμένος 🔉  
☆ileri gelen 🔉  

επιφανής 🔉  
προύχοντας (ο) 🔉  
☆ileri geri 🔉  

μπρος πίσω 🔉  
αμφιταλαντευόμενα 🔉  
☆ileri görüş 🔉  

διορατικότητα (η) 🔉  
προνοητικότητα (η) 🔉  
☆ileri görüşlü 🔉  

διορατικός 🔉  
προνοητικός 🔉  
☆ileri görüşlülük 🔉  

διορατικότητα (η) 🔉  
προνοητικότητα (η) 🔉  
☆ileri gözetleyici 🔉  

προωθημένος παρατηρητής (ο) 🔉  
☆ileri gözetleyicilik 🔉  

προωθημένη παρατήρηση (η) 🔉  
☆ileri karakol 🔉  

προφυλακή (η) 🔉  
προωθημένο φυλάκιο (το) 🔉  
☆ileri teknoloji 🔉  

προηγμένη τεχνολογία (η) 🔉  
☆ileri uç 🔉  

επιθετική γραμμή (η) 🔉  
προωθημένη πτέρυγα (η) 🔉  
☆ileri uç oyuncusu 🔉  

επιθετικός (ο) 🔉  
☆ileri vites 🔉  

υψηλή ταχύτητα (η) 🔉  
☆ilerici 🔉  

προοδευτικός 🔉  
☆ilericilik 🔉  

προοδευτισμός (ο) 🔉  
☆ileride 🔉  

μπροστά 🔉  
στο μέλλον 🔉  
☆ilerlek 🔉  

προχώρημα (το) 🔉  
πρόοδος (η) 🔉  
☆ilerleme 🔉  

πρόοδος (η) 🔉  
προχώρηση (η) 🔉  
☆ilerlemek 🔉  

προοδεύω 🔉  
προχωρώ 🔉  
☆ilerletebilme 🔉  

δυνατότητα προώθησης (η) 🔉  
☆ilerletebilmek 🔉  

μπορώ να προωθήσω 🔉  
☆ilerletme 🔉  

προώθηση (η) 🔉  
☆ilerletmek 🔉  

προωθώ 🔉  
προάγω 🔉  
☆ilerleyebilme 🔉  

δυνατότητα προόδου (η) 🔉  
☆ilerleyebilmek 🔉  

μπορώ να προχωρήσω 🔉  
μπορώ να προοδεύσω 🔉  
☆ilerleyici benzeşme 🔉  

προοδευτική αφομοίωση (η) 🔉  
☆ilerleyiş 🔉  

πορεία (η) 🔉  
πρόοδος (η) 🔉  
☆iletebilme 🔉  

δυνατότητα μετάδοσης (η) 🔉  
☆iletebilmek 🔉  

μπορώ να μεταδώσω 🔉  
μπορώ να διαβιβάσω 🔉  
☆ileti 🔉  

μήνυμα (το) 🔉  
ειδοποίηση (η) 🔉  
☆iletilebilme 🔉  

δυνατότητα διαβίβασης (η) 🔉  
☆iletilebilmek 🔉  

μπορώ να διαβιβαστώ 🔉  
μπορώ να μεταδοθώ 🔉  
☆iletiliş 🔉  

διαβίβαση (η) 🔉  
μετάδοση (η) 🔉  
☆iletilme 🔉  

διαβίβαση (η) 🔉  
μετάδοση (η) 🔉  
☆iletilmek 🔉  

διαβιβάζομαι 🔉  
μεταδίδομαι 🔉  
☆iletim 🔉  

μετάδοση (η) 🔉  
μεταφορά (η) 🔉  
☆iletiş 🔉  

επικοινωνία (η) 🔉  
☆iletişim 🔉  

επικοινωνία (η) 🔉  
☆iletişim ağı 🔉  

δίκτυο επικοινωνίας (το) 🔉  
☆iletişim araçları 🔉  

μέσα επικοινωνίας (τα) 🔉  
☆iletişim merkezi 🔉  

κέντρο επικοινωνίας (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱