Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ince
🔉
λεπτός
🔉
λεπτή
🔉
λεπτό
🔉
εκλεπτυσμένος
🔉
εκλεπτυσμένη
🔉
εκλεπτυσμένο
🔉
ince ağrı
🔉
ήπιος πόνος (ο)
🔉
λεπτός πόνος (ο)
🔉
ince ayar
🔉
λεπτή ρύθμιση (η)
🔉
ince ayrım
🔉
λεπτή διάκριση (η)
🔉
ince bağırsak
🔉
λεπτό έντερο (το)
🔉
ince donanma
🔉
ελαφρύς στόλος (ο)
🔉
ince düşünceli
🔉
λεπτόφρων
🔉
λεπτόφρων
🔉
ince düşüncelilik
🔉
λεπτόφροσύνη (η)
🔉
ince gül yağı
🔉
εκλεκτό ροδέλαιο (το)
🔉
ince hastalık
🔉
φυματίωση (η)
🔉
ince iş
🔉
λεπτή δουλειά (η)
🔉
λεπτοδουλειά (η)
🔉
ince karın ağrısı
🔉
ήπιος κοιλιακός πόνος (ο)
🔉
ince kesim
🔉
λεπτή κοπή (η)
🔉
ince saz
🔉
λεπτό καλαμένιο όργανο (το)
🔉
ince ses
🔉
λεπτή φωνή (η)
🔉
οξύς ήχος (ο)
🔉
ince sıva
🔉
λεπτός σοβάς (ο)
🔉
ince tutkal
🔉
λεπτή κόλλα (η)
🔉
ince ünlü
🔉
πρόσθιο φωνήεν (το)
🔉
ince yağ
🔉
λεπτό λάδι (το)
🔉
ince yapılı
🔉
λεπτόσωμος
🔉
λεπτόσωμη
🔉
λεπτόσωμο
🔉
ince zar
🔉
λεπτή μεμβράνη (η)
🔉
incecik
🔉
πολύ λεπτός
🔉
πολύ λεπτή
🔉
πολύ λεπτό
🔉
incecikten
🔉
πολύ λεπτά
🔉
inceden
🔉
ελαφρά
🔉
διακριτικά
🔉
inceden inceye
🔉
πολύ διακριτικά
🔉
με λεπτομέρεια
🔉
incelebilme
🔉
δυνατότητα λέπτυνσης (η)
🔉
incelebilmek
🔉
μπορώ να λεπτυνθώ
🔉
inceleme
🔉
εξέταση (η)
🔉
μελέτη (η)
🔉
έρευνα (η)
🔉
ανάλυση (η)
🔉
incelemeci
🔉
ερευνητής (ο)
🔉
μελετητής (ο)
🔉
incelemecilik
🔉
ερευνητισμός (ο)
🔉
μελετητική προσέγγιση (η)
🔉
incelemek
🔉
εξετάζω
🔉
μελετώ
🔉
ερευνώ
🔉
αναλύω
🔉
incelenebilme
🔉
δυνατότητα εξέτασης (η)
🔉
incelenebilmek
🔉
μπορώ να εξεταστώ
🔉
inceleniş
🔉
εξέταση (η)
🔉
μελέτη (η)
🔉
incelenme
🔉
εξέταση (η)
🔉
μελέτη (η)
🔉
incelenmek
🔉
εξετάζομαι
🔉
μελετώμαι
🔉
inceletebilme
🔉
δυνατότητα λέπτυνσης (η)
🔉
inceletebilmek
🔉
μπορώ να λεπτύνω
🔉
inceletiş
🔉
λέπτυνση (η)
🔉
inceletme
🔉
λέπτυνση (η)
🔉
inceletmek
🔉
λεπταίνω
🔉
λεπταίνω κάτι
🔉
incelettirme
🔉
ανάθεση λέπτυνσης (η)
🔉
incelettirmek
🔉
βάζω να λεπτύνουν
🔉
inceleyebilme
🔉
δυνατότητα εξέτασης (η)
🔉
inceleyebilmek
🔉
μπορώ να εξετάσω
🔉
μπορώ να μελετήσω
🔉
inceleyici
🔉
εξεταστής (ο)
🔉
αναλυτής (ο)
🔉
inceleyicilik
🔉
αναλυτική ιδιότητα (η)
🔉
εξεταστική ιδιότητα (η)
🔉
inceleyiş
🔉
εξέταση (η)
🔉
μελέτη (η)
🔉
ανάλυση (η)
🔉
incelik
🔉
λεπτότητα (η)
🔉
εκλέπτυνση (η)
🔉
λεπτότητα τρόπων (η)
🔉
inceliş
🔉
λέπτυνση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱