Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆insan 🔉  

άνθρωπος (ο) 🔉  
☆insan biçimci 🔉  

ανθρωπομορφιστής (ο) 🔉  
☆insan biçimcilik 🔉  

ανθρωπομορφισμός (ο) 🔉  
☆insan bilimci 🔉  

ανθρωπολόγος (ο) 🔉  
☆insan bilimi 🔉  

ανθρωπολογία (η) 🔉  
☆insan bilimsel 🔉  

ανθρωπολογικός 🔉  
ανθρωπολογική 🔉  
ανθρωπολογικό 🔉  
☆insan coğrafyası 🔉  

ανθρωπογεωγραφία (η) 🔉  
☆insan evladı 🔉  

άνθρωπος (ο) 🔉  
τέκνο του ανθρώπου (το) 🔉  
☆insan hâli 🔉  

ανθρώπινη κατάσταση (η) 🔉  
☆insan kurusu 🔉  

ανθρωπάκι (το) 🔉  
ανθρωπάκος (ο) 🔉  
☆insan müsveddesi 🔉  

ανθρωποειδές (το) 🔉  
αποτυχημένος άνθρωπος (ο) 🔉  
☆insan sarrafı 🔉  

γνώστης ανθρώπων (ο) 🔉  
ανθρωπογνώστης (ο) 🔉  
☆insanca 🔉  

ανθρώπινα 🔉  
☆insancasına 🔉  

κατά τρόπο ανθρώπινο 🔉  
☆insancı 🔉  

ανθρωπιστής (ο) 🔉  
☆insancıl 🔉  

ανθρωπιστικός 🔉  
ανθρωπιστική 🔉  
ανθρωπιστικό 🔉  
φιλάνθρωπος 🔉  
φιλάνθρωπη 🔉  
φιλάνθρωπο 🔉  
☆insancılık 🔉  

ανθρωπισμός (ο) 🔉  
☆insancıllaşma 🔉  

εξανθρωπισμός (ο) 🔉  
☆insancıllaşmak 🔉  

εξανθρωπίζομαι 🔉  
☆insancıllık 🔉  

ανθρωπιστικότητα (η) 🔉  
φιλανθρωπία (η) 🔉  
☆insangiller 🔉  

ανθρωπίδες (οι) 🔉  
☆insani 🔉  

ανθρωπιστικός 🔉  
ανθρωπιστική 🔉  
ανθρωπιστικό 🔉  
ανθρώπινος 🔉  
ανθρώπινη 🔉  
ανθρώπινο 🔉  
☆insani yardım 🔉  

ανθρωπιστική βοήθεια (η) 🔉  
☆insaniçinci 🔉  

ανθρωποκεντρικός 🔉  
ανθρωποκεντρική 🔉  
ανθρωποκεντρικό 🔉  
☆insaniçincilik 🔉  

ανθρωποκεντρισμός (ο) 🔉  
☆insaniyet 🔉  

ανθρωπιά (η) 🔉  
ανθρωπινότητα (η) 🔉  
☆insaniyetli 🔉  

ανθρώπινος 🔉  
ανθρώπινη 🔉  
ανθρώπινο 🔉  
φιλάνθρωπος 🔉  
φιλάνθρωπη 🔉  
φιλάνθρωπο 🔉  
☆insaniyetlilik 🔉  

ανθρωπιά (η) 🔉  
ανθρωπισμός (ο) 🔉  
☆insaniyetsiz 🔉  

άσπλαχνος 🔉  
απάνθρωπος 🔉  
☆insaniyetsizlik 🔉  

απανθρωπιά (η) 🔉  
έλλειψη ανθρωπιάς (η) 🔉  
☆insanımsı 🔉  

ανθρωπόμορφος 🔉  
ανθρωπόμορφη 🔉  
ανθρωπόμορφο 🔉  
☆insanımsılar 🔉  

ανθρωποειδή (τα) 🔉  
☆insanımsılık 🔉  

ανθρωπομορφία (η) 🔉  
☆insanlaşma 🔉  

εξανθρωπισμός (ο) 🔉  
εξανθρώπιση (η) 🔉  
☆insanlaşmak 🔉  

εξανθρωπίζομαι 🔉  
εξανθρωπίζω 🔉  
☆insanlı 🔉  

ανθρώπινος 🔉  
με ανθρωπιά 🔉  
☆insanlık 🔉  

ανθρωπότητα (η) 🔉  
ανθρωπιά (η) 🔉  
☆insanlık hâli 🔉  

ανθρώπινη κατάσταση (η) 🔉  
ανθρώπινη φύση (η) 🔉  
☆insanlık suçu 🔉  

έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (το) 🔉  
☆insanlılık 🔉  

ανθρωπιά (η) 🔉  
ανθρωπισμός (ο) 🔉  
☆insanmerkezci 🔉  

ανθρωποκεντρικός 🔉  
☆insanmerkezcilik 🔉  

ανθρωποκεντρισμός (ο) 🔉  
☆insanoğlu 🔉  

άνθρωπος (ο) 🔉  
υιός του ανθρώπου (ο) 🔉  
☆insansı 🔉  

ανθρωπόμορφος 🔉  
ανθρωποειδής 🔉  
☆insansılar 🔉  

ανθρωποειδή (τα) 🔉  
☆insansılık 🔉  

ανθρωπομορφία (η) 🔉  
ανθρωποειδία (η) 🔉  
☆insansız 🔉  

ακατοίκητος 🔉  
χωρίς ανθρώπους 🔉  
☆insansız araç 🔉  

μη επανδρωμένο όχημα (το) 🔉  
☆insansız bölge 🔉  

ακατοίκητη ζώνη (η) 🔉  
ακατοίκητη περιοχή (η) 🔉  
☆insansızlık 🔉  

ερημιά (η) 🔉  
απουσία ανθρώπων (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱