Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
isim
🔉
όνομα (το)
🔉
ουσιαστικό (το)
🔉
☆
isim babası
🔉
νονός (ο)
🔉
ονοματοδότης (ο)
🔉
☆
isim çekimi
🔉
κλίση ουσιαστικού (η)
🔉
κλίση ονόματος (η)
🔉
☆
isim cümlesi
🔉
ονοματική πρόταση (η)
🔉
☆
isim durumu
🔉
πτώση (η)
🔉
☆
isim gövdesi
🔉
θέμα ουσιαστικού (το)
🔉
στελέχος ουσιαστικού (το)
🔉
☆
isim hakkı
🔉
δικαίωμα ονόματος (το)
🔉
δικαίωμα επωνυμίας (το)
🔉
☆
isim hâli
🔉
πτώση (η)
🔉
☆
isim kökü
🔉
ρίζα ουσιαστικού (η)
🔉
ρίζα ονόματος (η)
🔉
☆
isim tabanı
🔉
ονοματική βάση (η)
🔉
☆
isim tamlaması
🔉
ονοματική σύνταξη (η)
🔉
ονοματική φράση (η)
🔉
☆
isimci
🔉
ονοματιστής (ο)
🔉
νομιναλιστής (ο)
🔉
☆
isimcilik
🔉
ονοματισμός (ο)
🔉
νομιναλισμός (ο)
🔉
☆
isimden türeme isim
🔉
ουσιαστικό παράγωγο από ουσιαστικό (το)
🔉
☆
isimden türeme fiil
🔉
ρηματικό παράγωγο από ουσιαστικό (το)
🔉
απορρηματικό ρήμα (το)
🔉
☆
isimlendirebilme
🔉
δυνατότητα ονοματοδότησης (η)
🔉
δυνατότητα ονομασίας (η)
🔉
☆
isimlendirebilmek
🔉
μπορώ να ονοματοδοτήσω
🔉
μπορώ να ονομάσω
🔉
☆
isimlendirilebilme
🔉
δυνατότητα να ονοματοδοτηθεί (η)
🔉
δυνατότητα να ονομαστεί (η)
🔉
☆
isimlendirilebilmek
🔉
μπορώ να ονοματοδοτηθώ
🔉
μπορώ να ονομαστώ
🔉
☆
isimlendiriliş
🔉
ονοματοδότηση (η)
🔉
ονομασία (η)
🔉
☆
isimlendirilme
🔉
ονοματοδότηση (η)
🔉
ονομασία (η)
🔉
☆
isimlendirilmek
🔉
ονοματοδοτούμαι
🔉
ονομάζομαι
🔉
☆
isimlendiriş
🔉
ονοματοδότηση (η)
🔉
ονομασία (η)
🔉
☆
isimlendiriverme
🔉
άμεση ονοματοδότηση (η)
🔉
πρόχειρη ονομασία (η)
🔉
☆
isimlendirivermek
🔉
ονοματοδοτώ αμέσως
🔉
ονομάζω αμέσως
🔉
☆
isimlendirme
🔉
ονοματοδότηση (η)
🔉
ονομασία (η)
🔉
☆
isimlendirmek
🔉
ονοματοδοτώ
🔉
ονομάζω
🔉
☆
isimlenme
🔉
ονοματοδότηση (η)
🔉
ονομασία (η)
🔉
☆
isimlenmek
🔉
ονοματοδοτούμαι
🔉
ονομάζομαι
🔉
☆
isimleşme
🔉
ουσιαστικοποίηση (η)
🔉
ονοματοποιία (η)
🔉
☆
isimleşmek
🔉
ουσιαστικοποιούμαι
🔉
γίνεται ουσιαστικό
🔉
☆
isimleştirme
🔉
ουσιαστικοποίηση (η)
🔉
ονοματοποίηση (η)
🔉
☆
isimleştirmek
🔉
ονοματοποιώ
🔉
μετατρέπω σε ουσιαστικό
🔉
☆
isimli
🔉
ονομασμένος
🔉
επώνυμος
🔉
☆
isimlik
🔉
ουσιαστικό (το)
🔉
ονομαστική πτώση (η)
🔉
☆
isimlilik
🔉
ονοματικότητα (η)
🔉
ιδιότητα του ουσιαστικού (η)
🔉
☆
isimsiz
🔉
ανώνυμος
🔉
χωρίς όνομα
🔉
☆
isimsizlik
🔉
ανωνυμία (η)
🔉
έλλειψη ονόματος (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱