Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
işlek
🔉
πολυσύχναστος
🔉
δραστήριος
🔉
παραγωγικός
🔉
işlek ek
🔉
παραγωγική κατάληξη (η)
🔉
işleklik
🔉
δραστηριότητα (η)
🔉
παραγωγικότητα (η)
🔉
işlem
🔉
πράξη (η)
🔉
διαδικασία (η)
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
συναλλαγή (η)
🔉
işlem hacmi
🔉
όγκος συναλλαγών (ο)
🔉
όγκος εργασιών (ο)
🔉
işlemci
🔉
επεξεργαστής (ο)
🔉
χειριστής (ο)
🔉
işlemcilik
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
χειρισμός (ο)
🔉
isleme
🔉
κέντημα (το)
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
işleme
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
κατεργασία (η)
🔉
κέντημα (το)
🔉
işlemeci
🔉
κεντητής (ο)
🔉
τεχνίτης επεξεργασίας (ο)
🔉
işlemecilik
🔉
κεντητική (η)
🔉
κατεργασία (η)
🔉
islemek
🔉
κεντώ
🔉
επεξεργάζομαι
🔉
işlemek
🔉
επεξεργάζομαι
🔉
κατεργάζομαι
🔉
κεντώ
🔉
διαπράττω
🔉
λειτουργώ
🔉
işlemeli
🔉
κεντημένος
🔉
διακοσμημένος
🔉
işlemezlik
🔉
δυσλειτουργία (η)
🔉
αχρηστία (η)
🔉
işlemsel
🔉
διαδικαστικός
🔉
λειτουργικός
🔉
işlenebilme
🔉
δυνατότητα επεξεργασίας (η)
🔉
işlenebilmek
🔉
μπορώ να επεξεργαστώ
🔉
μπορώ να κατεργαστώ
🔉
işleniş
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
κατεργασία (η)
🔉
islenme
🔉
κέντημα (το)
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
işlenme
🔉
επεξεργασία (η)
🔉
κατεργασία (η)
🔉
islenmek
🔉
κεντιέμαι
🔉
επεξεργάζομαι
🔉
işlenmek
🔉
επεξεργάζομαι
🔉
κατεργάζομαι
🔉
κεντιέμαι
🔉
işlenti
🔉
παράγωγο (το)
🔉
işlerlik
🔉
λειτουργικότητα (η)
🔉
αποτελεσματικότητα (η)
🔉
işletebilme
🔉
δυνατότητα λειτουργίας/εκμετάλλευσης (η)
🔉
işletebilmek
🔉
μπορώ να λειτουργήσω
🔉
μπορώ να εκμεταλλευτώ
🔉
işletilebilme
🔉
δυνατότητα να λειτουργηθεί/εκμεταλλευθεί (η)
🔉
işletilebilmek
🔉
μπορώ να λειτουργηθεί
🔉
μπορώ να εκμεταλλευθεί
🔉
işletiliş
🔉
λειτουργία (η)
🔉
εκμετάλλευση (η)
🔉
işletilme
🔉
λειτουργία (η)
🔉
εκμετάλλευση (η)
🔉
işletilmek
🔉
λειτουργούμαι
🔉
εκμεταλλεύομαι
🔉
işletiş
🔉
λειτουργία (η)
🔉
εκμετάλλευση (η)
🔉
işletme
🔉
επιχείρηση (η)
🔉
εκμετάλλευση (η)
🔉
λειτουργία (η)
🔉
işletme defteri
🔉
βιβλίο επιχείρησης (το)
🔉
βιβλίο λειτουργίας (το)
🔉
işletme şirketi
🔉
εταιρεία διαχείρισης (η)
🔉
εταιρεία εκμετάλλευσης (η)
🔉
işletmeci
🔉
επιχειρηματίας (ο)
🔉
διαχειριστής (ο)
🔉
εκμεταλλευτής (ο)
🔉
işletmecilik
🔉
επιχειρηματική δραστηριότητα (η)
🔉
διαχείριση (η)
🔉
işletmek
🔉
λειτουργώ
🔉
εκμεταλλεύομαι
🔉
διαχειρίζομαι
🔉
işletmen
🔉
επιχειρηματίας (ο)
🔉
διαχειριστής (ο)
🔉
işletmenlik
🔉
επιχειρηματικότητα (η)
🔉
διαχείριση (η)
🔉
işlettirme
🔉
ανάθεση λειτουργίας/εκμετάλλευσης (η)
🔉
işlettirmek
🔉
βάζω να λειτουργήσει
🔉
αναθέτω να εκμεταλλευτεί
🔉
işlev
🔉
λειτουργία (η)
🔉
işlevci
🔉
λειτουργιστής (ο)
🔉
işlevcilik
🔉
λειτουργισμός (ο)
🔉
işlevsel
🔉
λειτουργικός
🔉
işlevsellik
🔉
λειτουργικότητα (η)
🔉
işlevsiz
🔉
μη λειτουργικός
🔉
δυσλειτουργικός
🔉
işlevsizlik
🔉
μη λειτουργικότητα (η)
🔉
δυσλειτουργία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱