Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
iz 🔉  

ίχνος (το) 🔉  
σημάδι (το) 🔉  
iz düşümlü 🔉  

προβολικός 🔉  
iz düşümsel 🔉  

προβολικός 🔉  
iz düşümü 🔉  

προβολή (η) 🔉  
izabe 🔉  

τήξη (η) 🔉  
χύτευση (η) 🔉  
izabe fırını 🔉  

καμίνι τήξης (το) 🔉  
izabe noktası 🔉  

σημείο τήξης (το) 🔉  
izaç 🔉  

ιδιοσυγκρασία (η) 🔉  
χαρακτήρας (ο) 🔉  
izafe 🔉  

προσθήκη (η) 🔉  
προσάρτηση (η) 🔉  
izafet 🔉  

ιζαφέτ (η) 🔉  
γενική σύνταξη (η) 🔉  
izafeten 🔉  

επιπροσθέτως 🔉  
σε σχέση με 🔉  
izafi 🔉  

σχετικός 🔉  
izafi değer 🔉  

σχετική τιμή (η) 🔉  
σχετική αξία (η) 🔉  
izafilik 🔉  

σχετικότητα (η) 🔉  
izafiye 🔉  

σχετικότητα (η) 🔉  
izafiyet 🔉  

σχετικότητα (η) 🔉  
izah 🔉  

εξήγηση (η) 🔉  
διευκρίνιση (η) 🔉  
izahat 🔉  

εξηγήσεις (οι) 🔉  
διευκρινίσεις (οι) 🔉  
izahlı 🔉  

επεξηγηματικός 🔉  
με εξήγηση 🔉  
izale 🔉  

άρση (η) 🔉  
εξάλειψη (η) 🔉  
izaleişüyu 🔉  

άρση συγκυριότητας (η) 🔉  
izam 🔉  

μεγαλοπρέπεια (η) 🔉  
επισημότητα (η) 🔉  
izan 🔉  

σύνεση (η) 🔉  
κρίση (η) 🔉  
izanlı 🔉  

συνετός 🔉  
φρόνιμος 🔉  
izansız 🔉  

ασύνετος 🔉  
άφρων 🔉  
izansızca 🔉  

ασύνετα 🔉  
άφρονα 🔉  
izansızlık 🔉  

ασυνεσία (η) 🔉  
αφροσύνη (η) 🔉  
izaz 🔉  

τιμή (η) 🔉  
σεβασμός (ο) 🔉  
izazuikram 🔉  

τιμή και φιλοξενία (η) 🔉  
izbandut 🔉  

μπράβος (ο) 🔉  
κακοποιός (ο) 🔉  
izbe 🔉  

άθλιος 🔉  
τρισάθλιος 🔉  
σκοτεινός 🔉  
izbelik 🔉  

αθλιότητα (η) 🔉  
τρισαθλιότητα (η) 🔉  
izbiro 🔉  

σπιούνος (ο) 🔉  
χαφιές (ο) 🔉  
izci 🔉  

πρόσκοπος (ο) 🔉  
ανιχνευτής (ο) 🔉  
izcilik 🔉  

προσκοπισμός (ο) 🔉  
izdiham 🔉  

συνωστισμός (ο) 🔉  
κοσμοσυρροή (η) 🔉  
izdivaç 🔉  

γάμος (ο) 🔉  
νυμφεύση (η) 🔉  
izdüşüren 🔉  

προβολέας (ο) 🔉  
izge 🔉  

διάγραμμα (το) 🔉  
σχήμα (το) 🔉  
izhar 🔉  

εκδήλωση (η) 🔉  
επίδειξη (η) 🔉  
izin 🔉  

άδεια (η) 🔉  
άδεια χρήσης (η) 🔉  
izinli 🔉  

αδειούχος 🔉  
με άδεια 🔉  
izinlilik 🔉  

αδειοδότηση (η) 🔉  
κατάσταση άδειας (η) 🔉  
izinname 🔉  

άδεια (η) 🔉  
αδειοδοτικό έγγραφο (το) 🔉  
izinsiz 🔉  

χωρίς άδεια 🔉  
παράνομος 🔉  
izinsizlik 🔉  

έλλειψη άδειας (η) 🔉  
izlek 🔉  

θεματική (η) 🔉  
μοτίβο (το) 🔉  
τροχιά (η) 🔉  
izleksel 🔉  

θεματικός 🔉  
τροχιακός 🔉  
izlem 🔉  

παρακολούθηση (η) 🔉  
ιχνηλάτηση (η) 🔉  
izlemci 🔉  

παρατηρητής (ο) 🔉  
επόπτης (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱