Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
köse
🔉
αγένειος
🔉
γενειοless
🔉
☆
Köse
🔉
Κιοσέ (ο)
🔉
☆
köşe
🔉
γωνία (η)
🔉
☆
köşe atışı
🔉
κόρνερ (το)
🔉
☆
köşe bucak
🔉
κάθε γωνιά (η)
🔉
☆
köse buğday
🔉
σιτάρι χωρίς άγανα (το)
🔉
☆
köşe demiri
🔉
γωνιακό σίδερο (το)
🔉
☆
köşe dolabı
🔉
γωνιακή ντουλάπα (η)
🔉
☆
köşe dönmeci
🔉
καιροσκόπος (ο)
🔉
☆
köşe dönmecilik
🔉
καιροσκοπισμός (ο)
🔉
☆
köşe dönücü
🔉
καιροσκόπος (ο)
🔉
☆
köşe dönücülük
🔉
καιροσκοπισμός (ο)
🔉
☆
köşe kadısı
🔉
καδής της γειτονιάς (ο)
🔉
☆
köşe kapmaca
🔉
παιχνίδι «γωνίες» (το)
🔉
☆
köşe koltuğu
🔉
γωνιακός καναπές (ο)
🔉
☆
köşe minderi
🔉
γωνιακό μαξιλάρι (το)
🔉
☆
köşe penceresi
🔉
γωνιακό παράθυρο (το)
🔉
☆
köşe rafı
🔉
γωνιακό ράφι (το)
🔉
☆
köse sakal
🔉
αραιό γένι (το)
🔉
☆
köşe taşı
🔉
ακρογωνιαίος λίθος (ο)
🔉
☆
köşe vuruşu
🔉
κόρνερ (το)
🔉
☆
köşe yastığı
🔉
γωνιακό μαξιλάρι (το)
🔉
☆
köşe yazarı
🔉
αρθρογράφος (ο)
🔉
☆
köşe yazarlığı
🔉
αρθρογραφία (η)
🔉
☆
köşe yazısı
🔉
άρθρο (το)
🔉
☆
köşebaşı
🔉
γωνιά (η)
🔉
γωνιακό σημείο (το)
🔉
☆
köşebent
🔉
γωνιόκρανο (το)
🔉
γωνιακό έλασμα (το)
🔉
☆
köşegen
🔉
διαγώνιος
🔉
☆
köseği
🔉
σιδερένια σούβλα (η)
🔉
☆
köşek
🔉
καμηλάκι (το)
🔉
☆
köşekleme
🔉
καμηλοτροφία (η)
🔉
☆
köşeklemek
🔉
εκτρέφω καμηλάκι
🔉
☆
kösele
🔉
σόλα (η)
🔉
χοντρό δέρμα (το)
🔉
☆
kösele suratlı
🔉
με δερμάτινο πρόσωπο
🔉
☆
kösele taşı
🔉
λίθος για ακόνισμα (ο)
🔉
☆
köşeleme
🔉
γωνίωση (η)
🔉
☆
köşelemek
🔉
γωνιώνω
🔉
☆
köşeli
🔉
γωνιώδης
🔉
☆
köşeli ayraç
🔉
αγκύλη (η)
🔉
☆
köşeli parantez
🔉
αγκύλη (η)
🔉
☆
köselik
🔉
αγενειά (η)
🔉
☆
köşelik
🔉
γωνιακό τεμάχιο (το)
🔉
☆
kösem
🔉
αρχηγός (ο)
🔉
☆
kösemen
🔉
αρχηγός (ο)
🔉
☆
kösemenlik
🔉
αρχηγία (η)
🔉
☆
köşesiz
🔉
χωρίς γωνίες
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱