Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆köle 🔉  

δούλος (ο) 🔉  
σκλάβος (ο) 🔉  
☆köleci 🔉  

δουλοκτητικός (adj.) 🔉  
δουλέμπορος (ο) 🔉  
☆koledok 🔉  

χοληδόχος πόρος (ο) 🔉  
☆kolej 🔉  

κολέγιο (το) 🔉  
☆kolejli 🔉  

κολεγιόπαιδο (το) 🔉  
απόφοιτος κολεγίου (ο/η) 🔉  
☆kolejlilik 🔉  

ιδιότητα κολεγιόπαιδου (η) 🔉  
☆koleksiyon 🔉  

συλλογή (η) 🔉  
☆koleksiyoncu 🔉  

συλλέκτης (ο) 🔉  
συλλέκτρια (η) 🔉  
☆koleksiyonculuk 🔉  

συλλεκτισμός (ο) 🔉  
☆kolektif 🔉  

συλλογικός 🔉  
κολεκτίβος 🔉  
☆kolektif ortaklık 🔉  

ομόρρυθμη εταιρεία (η) 🔉  
☆kolektif şirket 🔉  

ομόρρυθμη εταιρεία (η) 🔉  
☆kolektifleşme 🔉  

κολεκτιβοποίηση (η) 🔉  
☆kolektifleşmek 🔉  

κολεκτιβοποιούμαι 🔉  
☆kolektifleştirme 🔉  

κολεκτιβοποίηση (η) 🔉  
☆kolektifleştirmek 🔉  

κολεκτιβοποιώ 🔉  
☆kolektiflik 🔉  

συλλογικότητα (η) 🔉  
☆kolektivist 🔉  

κολεκτιβιστής (ο) 🔉  
κολεκτιβίστρια (η) 🔉  
☆kolektivizm 🔉  

κολεκτιβισμός (ο) 🔉  
☆kolektör 🔉  

συλλέκτης (ο) 🔉  
κολέκτορας (ο) 🔉  
☆köleleşme 🔉  

υποδούλωση (η) 🔉  
☆köleleşmek 🔉  

υποδουλώνομαι 🔉  
☆köleleştiriş 🔉  

υποδούλωση (η) 🔉  
☆köleleştirme 🔉  

υποδούλωση (η) 🔉  
☆köleleştirmek 🔉  

υποδουλώνω 🔉  
☆köleli 🔉  

με δούλους (adj.) 🔉  
☆kölelik 🔉  

δουλεία (η) 🔉  
σκλαβιά (η) 🔉  
☆kölelik düzeni 🔉  

δουλοκτητικό σύστημα (το) 🔉  
☆kolemanit 🔉  

κολεμανίτης (ο) 🔉  
☆kölemen 🔉  

μαμελούκος (ο) 🔉  
☆kolera 🔉  

χολέρα (η) 🔉  
☆koleralı 🔉  

με χολέρα 🔉  
☆kölesiz 🔉  

χωρίς δούλους (adj.) 🔉  
☆kolesterin 🔉  

χοληστερίνη (η) 🔉  
☆kolesterol 🔉  

χοληστερόλη (η) 🔉  
☆kolesterollü 🔉  

με χοληστερόλη 🔉  
☆kolesterolsüz 🔉  

χωρίς χοληστερόλη 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱