Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kötü
🔉
κακός
🔉
μοχθηρός
🔉
δυσμενής
🔉
άσχημος
🔉
kötü adam
🔉
κακός άνθρωπος (ο)
🔉
κακοποιός (ο)
🔉
kötü göz
🔉
κακό μάτι (το)
🔉
kötü haber
🔉
κακή είδηση (η)
🔉
kötü huylu
🔉
κακότροπος
🔉
kötü huyluluk
🔉
κακοτροπία (η)
🔉
kötü kadın
🔉
κακή γυναίκα (η)
🔉
πόρνη (η)
🔉
kötü kalpli
🔉
κακόκαρδος
🔉
kötü kalplilik
🔉
κακοκαρδία (η)
🔉
kötü yol
🔉
κακός δρόμος (ο)
🔉
κακή οδός (η)
🔉
kötücül
🔉
κακόβουλος
🔉
μοχθηρός
🔉
kötücül yazılım
🔉
κακόβουλο λογισμικό (το)
🔉
kötücüllük
🔉
κακοβουλία (η)
🔉
μοχθηρία (η)
🔉
kötüleme
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
kötülemek
🔉
δυσφημώ
🔉
κακολογώ
🔉
kötüleniş
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
kötülenme
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
kötülenmek
🔉
δυσφημίζομαι
🔉
κακολογούμαι
🔉
kötüleşme
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
χειροτέρευση (η)
🔉
kötüleşmek
🔉
επιδεινώνομαι
🔉
χειροτερεύω
🔉
kötüleştiriş
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
χειροτέρευση (η)
🔉
kötüleştirme
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
χειροτέρευση (η)
🔉
kötüleştirmek
🔉
επιδεινώνω
🔉
χειροτερεύω
🔉
kötüleyebilme
🔉
δυνατότητα δυσφημήσεως (η)
🔉
δυνατότητα κακολογίας (η)
🔉
kötüleyebilmek
🔉
μπορώ να δυσφημήσω
🔉
μπορώ να κακολογήσω
🔉
kötüleyiş
🔉
δυσφήμηση (η)
🔉
κακολογία (η)
🔉
kötülük
🔉
κακία (η)
🔉
κακό (το)
🔉
μοχθηρία (η)
🔉
kötülükçü
🔉
κακοποιός (ο)
🔉
kötülükçülük
🔉
κακοποιία (η)
🔉
kötümseme
🔉
απαισιοδοξία (η)
🔉
kötümsemek
🔉
απαισιοδοξώ
🔉
kötümser
🔉
απαισιόδοξος
🔉
kötümserleşme
🔉
απαισιοδοξία (η)
🔉
kötümserleşmek
🔉
γίνομαι απαισιόδοξος
🔉
kötümserleştirme
🔉
καθιστώ απαισιόδοξο
🔉
kötümserleştirmek
🔉
καθιστώ απαισιόδοξο
🔉
kötümserlik
🔉
απαισιοδοξία (η)
🔉
kötürüm
🔉
ανάπηρος
🔉
σακάτης
🔉
kötürümleşme
🔉
αναπηρία (η)
🔉
kötürümleşmek
🔉
αναπηρώ
🔉
kötürümlük
🔉
αναπηρία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱