Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
küçük
🔉
μικρός
🔉
μικρότερος
🔉
ελάσσων
🔉
küçük abdest
🔉
ούρηση (η)
🔉
küçük ad
🔉
μικρό όνομα (το)
🔉
βαπτιστικό (το)
🔉
Küçük Asya
🔉
Μικρά Ασία (η)
🔉
küçük ay
🔉
μικρό φεγγάρι (το)
🔉
küçük bey
🔉
μικρός κύριος (ο)
🔉
küçük boy
🔉
μικρό μέγεθος (το)
🔉
küçük burjuva
🔉
μικροαστός (ο)
🔉
küçük çaplı
🔉
μικρής κλίμακας
🔉
περιορισμένος
🔉
küçük çapta
🔉
σε μικρή κλίμακα
🔉
küçük dalga
🔉
μικρό κύμα (το)
🔉
küçük dil
🔉
σταφυλή (η)
🔉
küçük dil ünsüzü
🔉
σταφυλικό σύμφωνο (το)
🔉
küçük gezegen
🔉
αστεροειδής (ο)
🔉
μικρός πλανήτης (ο)
🔉
küçük hanım
🔉
δεσποινίς (η)
🔉
μικρή κυρία (η)
🔉
küçük harf
🔉
πεζό γράμμα (το)
🔉
küçük Hindistan cevizi
🔉
μοσχοκάρυδο (το)
🔉
küçük kan dolaşımı
🔉
μικρή κυκλοφορία (η)
🔉
πνευμονική κυκλοφορία (η)
🔉
küçük karga
🔉
καρακάξα (η)
🔉
küçük köprü
🔉
γέφυρα (η)
🔉
küçük kumru
🔉
τρυγόνι (το)
🔉
küçük martı
🔉
γλαρόνι (το)
🔉
küçük mevlit ayı
🔉
Μικρή Άρκτος (η)
🔉
küçük önerme
🔉
ελάσσων πρόταση (η)
🔉
küçük orta
🔉
μικρό μεσαίο (το)
🔉
küçük parmak
🔉
μικρό δάχτυλο (το)
🔉
küçük sakarca
🔉
μικρή σκαρκάρα (η)
🔉
küçük şalgam
🔉
μικρό γογγύλι (το)
🔉
küçük sesli uyumu
🔉
μικρή φωνηεντική αρμονία (η)
🔉
küçük tansiyon
🔉
διαστολική πίεση (η)
🔉
küçük terim
🔉
ελάσσων όρος (ο)
🔉
küçük tövbe ayı
🔉
Μικρή Άρκτος (η)
🔉
küçük ünlü uyumu
🔉
μικρή φωνηεντική αρμονία (η)
🔉
Küçükayı
🔉
Μικρή Άρκτος (η)
🔉
küçükbaş
🔉
μικρό ζώο (το)
🔉
αιγοπρόβατο (το)
🔉
küçükçe
🔉
μικρούτσικος
🔉
κάπως μικρός
🔉
Küçükçekmece
🔉
Κιουτσούκτσεκμετζέ (το)
🔉
küçükleşme
🔉
σμίκρυνση (η)
🔉
μείωση (η)
🔉
küçükleşmek
🔉
μικραίνω
🔉
σμικρύνομαι
🔉
küçüklü büyüklü
🔉
μικροί και μεγάλοι
🔉
küçüklük
🔉
μικρότητα (η)
🔉
παιδική ηλικία (η)
🔉
küçüksemek
🔉
υποτιμώ
🔉
περιφρονώ
🔉
kuçukuçu
🔉
κουτσούκουτσου
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱