Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
kült 🔉  

λατρεία (η) 🔉  
καλτ (το) 🔉  
külte 🔉  

κουλτέ (το) 🔉  
kültivatör 🔉  

καλλιεργητής (ο) 🔉  
καλλιεργητικό μηχάνημα (το) 🔉  
kültür 🔉  

πολιτισμός (ο) 🔉  
καλλιέργεια (η) 🔉  
κουλτούρα (η) 🔉  
kültür akımı 🔉  

πολιτισμικό ρεύμα (το) 🔉  
kültür balıkçılığı 🔉  

ιχθυοκαλλιέργεια (η) 🔉  
kültür bitkileri 🔉  

καλλιεργούμενα φυτά (τα) 🔉  
kültür çevresi 🔉  

πολιτισμικός κύκλος (ο) 🔉  
πολιτισμική περιοχή (η) 🔉  
kültür göçü 🔉  

πολιτισμική μετανάστευση (η) 🔉  
kültür mantarı 🔉  

καλλιεργημένο μανιτάρι (το) 🔉  
μανιτάρι (το) 🔉  
kültür merkezi 🔉  

πολιτιστικό κέντρο (το) 🔉  
kültür ortamı 🔉  

καλλιεργητικό μέσο (το) 🔉  
θρεπτικό υπόστρωμα (το) 🔉  
kültür sarayı 🔉  

μέγαρο πολιτισμού (το) 🔉  
kültür sitesi 🔉  

πολιτιστικός ιστότοπος (ο) 🔉  
kültür şoku 🔉  

πολιτισμικό σοκ (το) 🔉  
kültür uçurumu 🔉  

πολιτισμικό χάσμα (το) 🔉  
kültür varlıkları 🔉  

πολιτιστικά αγαθά (τα) 🔉  
kültüre alma 🔉  

καλλιέργεια (η) 🔉  
καλλιέργηση (η) 🔉  
kültürel 🔉  

πολιτισμικός 🔉  
πολιτιστικός 🔉  
kültürel antropoloji 🔉  

πολιτισμική ανθρωπολογία (η) 🔉  
kültürel antropolojik 🔉  

πολιτισμικοανθρωπολογικός 🔉  
kültürfizik 🔉  

φυσική αγωγή (η) 🔉  
kültürlenme 🔉  

εκπολιτισμός (ο) 🔉  
πολιτισμική διαμόρφωση (η) 🔉  
kültürlenmek 🔉  

εκπολιτίζομαι 🔉  
πολιτισμικά διαμορφώνομαι 🔉  
kültürlü 🔉  

καλλιεργημένος 🔉  
μορφωμένος 🔉  
kültürlülük 🔉  

καλλιέργεια (η) 🔉  
μόρφωση (η) 🔉  
kültürsüz 🔉  

ακαλλιέργητος 🔉  
αμόρφωτος 🔉  
kültürsüzleşme 🔉  

αποπολιτισμός (ο) 🔉  
αποκαλλιέργηση (η) 🔉  
kültürsüzleşmek 🔉  

αποπολιτίζομαι 🔉  
αποκαλλιεργούμαι 🔉  
kültürsüzleştirme 🔉  

αποπολιτισμός (ο) 🔉  
αποκαλλιέργηση (η) 🔉  
kültürsüzleştirmek 🔉  

αποπολιτίζω 🔉  
αποκαλλιεργώ 🔉  
kültürsüzlük 🔉  

ακαλλιεργησία (η) 🔉  
αμορφωσιά (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱