Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
küre
🔉
σφαίρα (η)
🔉
υδρόγειος (η)
🔉
☆
Küre
🔉
Κιουρέ (το)
🔉
☆
küre kuşağı
🔉
σφαιρική ζώνη (η)
🔉
☆
kürek
🔉
κουπί (το)
🔉
φτυάρι (το)
🔉
☆
kürek ayaklılar
🔉
κωπηπόδα (τα)
🔉
☆
kürek cezası
🔉
ποινή καταναγκαστικών έργων (η)
🔉
γαλέρα (η)
🔉
☆
kürek kemiği
🔉
ωμοπλάτη (η)
🔉
☆
kürek kürek
🔉
με το φτυάρι
🔉
φτυαριά-φτυαριά
🔉
☆
kürekçi
🔉
κωπηλάτης (ο)
🔉
☆
kürekçilik
🔉
κωπηλασία (η)
🔉
☆
kürekli
🔉
με κουπί
🔉
με φτυάρι
🔉
☆
küreksiz
🔉
χωρίς κουπί
🔉
χωρίς φτυάρι
🔉
☆
küreleme
🔉
σφαιροποίηση (η)
🔉
☆
kürelemek
🔉
σφαιροποιώ
🔉
κάνω σφαίρα
🔉
☆
kürelenme
🔉
σφαιροποίηση (η)
🔉
☆
kürelenmek
🔉
σφαιροποιούμαι
🔉
γίνομαι σφαίρα
🔉
☆
küreme
🔉
απομάκρυνση με φτυάρι (η)
🔉
εκσκαφή (η)
🔉
☆
küremek
🔉
φτυαρίζω
🔉
απομακρύνω με φτυάρι
🔉
☆
küremsi
🔉
σφαιροειδής
🔉
☆
küresel
🔉
σφαιρικός
🔉
☆
küresel gök bilimi
🔉
σφαιρική αστρονομία (η)
🔉
☆
küresel ısınma
🔉
υπερθέρμανση του πλανήτη (η)
🔉
παγκόσμια θέρμανση (η)
🔉
☆
küresel üçgen
🔉
σφαιρικό τρίγωνο (το)
🔉
☆
küresel valf
🔉
σφαιρική βαλβίδα (η)
🔉
☆
küreselleşebilme
🔉
δυνατότητα παγκοσμιοποίησης (η)
🔉
☆
küreselleşebilmek
🔉
δύναμαι να παγκοσμιοποιηθώ
🔉
μπορώ να παγκοσμιοποιηθώ
🔉
☆
küreselleşme
🔉
παγκοσμιοποίηση (η)
🔉
☆
küreselleşmek
🔉
παγκοσμιοποιούμαι
🔉
☆
küreselleştirme
🔉
παγκοσμιοποίηση (η)
🔉
☆
küreselleştirmek
🔉
παγκοσμιοποιώ
🔉
☆
küresellik
🔉
σφαιρικότητα (η)
🔉
☆
küretaj
🔉
απόξεση (η)
🔉
κουρετάζ (το)
🔉
☆
kürevi
🔉
σφαιρικός
🔉
σφαιροειδής
🔉
☆
küreyici
🔉
σφαιροποιητής (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱