Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
kıl 🔉  

τρίχα (η) 🔉  
τρίχωμα (το) 🔉  
kıl burun 🔉  

τριχωτή μύτη (η) 🔉  
kıl çadır 🔉  

σκηνή από κατσικίσιο τρίχωμα (η) 🔉  
kıl dönmesi 🔉  

κύστη κόκκυγος (η) 🔉  
τριχοφωλεακή κύστη (η) 🔉  
kıl keçisi 🔉  

κατσίκα τριχωτή (η) 🔉  
αίγα (η) 🔉  
kıl kurt 🔉  

οξύουρος (ο) 🔉  
kıl kuyruk 🔉  

τριχωτή ουρά (η) 🔉  
kıl otu 🔉  

αγρωστώδες (το) 🔉  
kıl payı 🔉  

στο τσακ 🔉  
παρά τρίχα 🔉  
kıl testere 🔉  

πριόνι σύρματος (το) 🔉  
kıl yumağı 🔉  

κουβάρι τριχών (το) 🔉  
kılabilme 🔉  

δυνατότητα εκτέλεσης (η) 🔉  
δυνατότητα πραγματοποίησης (η) 🔉  
kılabilmek 🔉  

μπορώ να κάνω 🔉  
δύναμαι να εκτελέσω 🔉  
kılade 🔉  

κολιέ (το) 🔉  
περιδέραιο (το) 🔉  
kılağı 🔉  

πάχνη (η) 🔉  
παγωνιά (η) 🔉  
kılağılama 🔉  

πάχνηση (η) 🔉  
kılağılamak 🔉  

παγώνω με πάχνη 🔉  
σκεπάζω με πάχνη 🔉  
kılağılı 🔉  

παχνισμένος 🔉  
με πάχνη 🔉  
kılağısız 🔉  

χωρίς πάχνη 🔉  
kılaptan 🔉  

καπετάνιος (ο) 🔉  
kılavuz 🔉  

οδηγός (ο) 🔉  
πλοηγός (ο) 🔉  
kılavuz gemisi 🔉  

πλοηγίδα (η) 🔉  
πλοηγικό σκάφος (το) 🔉  
kılavuz kaptan 🔉  

πλοηγός (ο) 🔉  
kılavuzlama 🔉  

πλοήγηση (η) 🔉  
καθοδήγηση (η) 🔉  
kılavuzlamak 🔉  

πλοηγώ 🔉  
καθοδηγώ 🔉  
kılavuzluk 🔉  

πλοήγηση (η) 🔉  
καθοδήγηση (η) 🔉  
πλοηγία (η) 🔉  
kılbaz 🔉  

οδηγός (ο) 🔉  
kılcal 🔉  

τριχοειδής 🔉  
kılcal boru 🔉  

τριχοειδής σωλήνας (ο) 🔉  
kılcal damar 🔉  

τριχοειδές αγγείο (το) 🔉  
kılcal etki 🔉  

τριχοειδής δράση (η) 🔉  
kılcal kök 🔉  

τριχοειδής ρίζα (η) 🔉  
kılcallık 🔉  

τριχοειδικότητα (η) 🔉  
kılcan 🔉  

τρίχα (η) 🔉  
kılçık 🔉  

αγκάθι (το) 🔉  
κόκαλο ψαριού (το) 🔉  
άκανθα (η) 🔉  
kılçıklı 🔉  

με άκανθες 🔉  
με αγκάθια 🔉  
kılçıklılık 🔉  

αγκαθωτότητα (η) 🔉  
kılçıksız 🔉  

χωρίς άκανθες 🔉  
χωρίς αγκάθια 🔉  
kılçıksızlık 🔉  

έλλειψη άκανθας (η) 🔉  
kıldırabilme 🔉  

δυνατότητα να κάνω να γίνει (η) 🔉  
kıldırabilmek 🔉  

μπορώ να κάνω να γίνει 🔉  
δύναμαι να προκαλέσω να γίνει 🔉  
kıldırış 🔉  

πρόκληση εκτέλεσης (η) 🔉  
kıldırma 🔉  

ανάθεση/πρόκληση εκτέλεσης (η) 🔉  
kıldırmak 🔉  

κάνω να γίνει 🔉  
αναθέτω να γίνει 🔉  
kıldırtma 🔉  

ανάθεση/πρόκληση εκτέλεσης (η) 🔉  
kıldırtmak 🔉  

βάζω να γίνει 🔉  
αναθέτω να γίνει 🔉  
kılgı 🔉  

συνήθεια (η) 🔉  
έξη (η) 🔉  
kılgılı 🔉  

συνηθισμένος 🔉  
εθισμένος 🔉  
kılgın 🔉  

συνηθισμένος 🔉  
εθισμένος 🔉  
kılgısal 🔉  

εθιμικός 🔉  
συνηθικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱