Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
kır
🔉
ύπαιθρος (η)
🔉
στέπα (η)
🔉
γκρίζος
🔉
☆
kır bekçisi
🔉
αγροφύλακας (ο)
🔉
☆
kır çiçeği
🔉
αγριολούλουδο (το)
🔉
☆
kır eğlencesi
🔉
αγροτική διασκέδαση (η)
🔉
εξοχική διασκέδαση (η)
🔉
☆
kır gerillası
🔉
αντάρτης της υπαίθρου (ο)
🔉
☆
kır gülü
🔉
αγριοτριανταφυλλιά (η)
🔉
αγριοτριαντάφυλλο (το)
🔉
☆
kır kahvesi
🔉
καφενείο της υπαίθρου (το)
🔉
☆
kır serdarı
🔉
αρχηγός της υπαίθρου (ο)
🔉
☆
kıraat
🔉
ανάγνωση (η)
🔉
απαγγελία (η)
🔉
☆
kıraathane
🔉
καφενείο (το)
🔉
αναγνωστήριο (το)
🔉
☆
kıraathaneci
🔉
καφετζής (ο)
🔉
☆
kıraathanecilik
🔉
καφετζιλίκι (το)
🔉
☆
kırabilme
🔉
δυνατότητα να σπάσω (η)
🔉
☆
kırabilmek
🔉
μπορώ να σπάσω
🔉
δύναμαι να θραύσω
🔉
☆
kıraç
🔉
άγονος
🔉
ξερός
🔉
άνυδρος
🔉
☆
kıracak
🔉
εργαλείο θραύσης (το)
🔉
☆
kıraçlaşma
🔉
ερημοποίηση (η)
🔉
αγονία (η)
🔉
☆
kıraçlaşmak
🔉
ερημοποιούμαι
🔉
γίνομαι άγονος
🔉
☆
kıraçlık
🔉
αγονία (η)
🔉
ξηρότητα (η)
🔉
☆
kırağı
🔉
πάχνη (η)
🔉
☆
kırağılı
🔉
παχνισμένος
🔉
με πάχνη
🔉
☆
kıran
🔉
επιδημία (η)
🔉
θερισμός (ο)
🔉
σφαγή (η)
🔉
☆
kıran kırana
🔉
σώμα με σώμα
🔉
μέχρι τελικής πτώσεως
🔉
☆
kıranta
🔉
γεροντοπαλίκαρο (ο)
🔉
☆
kırat
🔉
καράτι (το)
🔉
☆
kıratlık
🔉
καρατάρισμα (το)
🔉
βαθμός καρατίων (ο)
🔉
☆
kıray
🔉
άγριος
🔉
ατίθασος
🔉
☆
kırba
🔉
ασκί (το)
🔉
☆
kırbaç
🔉
μαστίγιο (το)
🔉
βούρδουλας (ο)
🔉
☆
kırbaç kurdu
🔉
τριχούρης (ο)
🔉
☆
kırbaç kurtları
🔉
μαστιγοσκώληκες (οι)
🔉
☆
kırbacık
🔉
μικρό μαστίγιο (το)
🔉
☆
kırbaçlama
🔉
μαστίγωμα (το)
🔉
☆
kırbaçlamak
🔉
μαστιγώνω
🔉
☆
kırbaçlanma
🔉
μαστίγωμα (το)
🔉
☆
kırbaçlanmak
🔉
μαστιγώνομαι
🔉
☆
kırbaçlatma
🔉
μαστίγωμα (το)
🔉
☆
kırbaçlatmak
🔉
βάζω να μαστιγώσουν
🔉
☆
kırç
🔉
πάχνη (η)
🔉
παγωνιά (η)
🔉
☆
kırca
🔉
γκριζωπός
🔉
σταχτής
🔉
☆
kırcı
🔉
γκριζωπός
🔉
σταχτής
🔉
☆
kırcı mantı
🔉
μαντί (το) γκριζωπό
🔉
☆
kırçıl
🔉
γκριζωπός
🔉
σταχτής
🔉
☆
kırçıllanma
🔉
γκριζάρισμα (το)
🔉
☆
kırçıllanmak
🔉
γκριζάρω
🔉
ασπρίζω
🔉
☆
kırçıllaşma
🔉
γκριζάρισμα (το)
🔉
☆
kırçıllaşmak
🔉
γκριζάρω
🔉
ασπρίζω
🔉
☆
kırçıllık
🔉
γκριζάδα (η)
🔉
☆
kırcın
🔉
γκριζωπός
🔉
σταχτής
🔉
☆
kırdırabilme
🔉
δυνατότητα να σπάσει (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱