Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
kısa 🔉  

κοντός 🔉  
σύντομος 🔉  
βραχύς 🔉  
kısa çizgi 🔉  

παύλα (η) 🔉  
ενωτικό (το) 🔉  
kısa dalga 🔉  

βραχέα κύματα (τα) 🔉  
kısa devre 🔉  

βραχυκύκλωμα (το) 🔉  
kısa far 🔉  

μεσαία φώτα (τα) 🔉  
kısa görüşlü 🔉  

μυωπικός 🔉  
κοντόφθαλμος 🔉  
kısa görüşlülük 🔉  

μυωπία (η) 🔉  
κοντόφθαλμη στάση (η) 🔉  
kısa kafalı 🔉  

στενόμυαλος 🔉  
kısa mesafe 🔉  

μικρή απόσταση (η) 🔉  
kısa mesaj 🔉  

σύντομο μήνυμα (το) 🔉  
SMS (το) 🔉  
kısa ömürlü 🔉  

βραχύβιος 🔉  
εφήμερος 🔉  
kısa ömürlülük 🔉  

βραχυβιότητα (η) 🔉  
εφημερότητα (η) 🔉  
kısa ünlü 🔉  

βραχύ φωνήεν (το) 🔉  
kısa ünlülü 🔉  

με βραχύ φωνήεν 🔉  
kısa vadeli 🔉  

βραχυπρόθεσμος 🔉  
kısa yoldan 🔉  

από τον σύντομο δρόμο 🔉  
με συντόμευση 🔉  
kısabilme 🔉  

δυνατότητα συντόμευσης (η) 🔉  
δυνατότητα μείωσης (η) 🔉  
kısabilmek 🔉  

μπορώ να συντομεύσω 🔉  
μπορώ να μειώσω 🔉  
kısaca 🔉  

εν συντομία 🔉  
συνοπτικά 🔉  
kısacası 🔉  

εν ολίγοις 🔉  
με λίγα λόγια 🔉  
kısacık 🔉  

πολύ κοντός 🔉  
πολύ σύντομος 🔉  
kısadan 🔉  

από συντομία 🔉  
συνοπτικά 🔉  
kısalık 🔉  

κοντότητα (η) 🔉  
συντομία (η) 🔉  
kısalış 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
μείωση (η) 🔉  
kısalma 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
μείωση (η) 🔉  
kısalmak 🔉  

κονταίνω 🔉  
συντομεύω 🔉  
μειώνομαι 🔉  
kısaltabilme 🔉  

δυνατότητα συντόμευσης (η) 🔉  
kısaltabilmek 🔉  

μπορώ να συντομεύσω 🔉  
kısaltılma 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
kısaltılmak 🔉  

συντομεύομαι 🔉  
kısaltım 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
συντομογραφία (η) 🔉  
kısaltış 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
kısaltma 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
συντομογραφία (η) 🔉  
kısaltmak 🔉  

συντομεύω 🔉  
περικόπτω 🔉  
kısaltmalı 🔉  

συντετμημένος 🔉  
με συντομογραφία 🔉  
kısaltmalı kelime 🔉  

συντετμημένη λέξη (η) 🔉  
συντομογραφημένη λέξη (η) 🔉  
kısalttırma 🔉  

ανάθεση συντόμευσης (η) 🔉  
kısalttırmak 🔉  

βάζω να συντομεύσουν 🔉  
αναθέτω να συντομεύσουν 🔉  
kısarak 🔉  

μειώνοντας 🔉  
περιορίζοντας 🔉  
kısas 🔉  

ανταπόδοση (η) 🔉  
αντεκδίκηση (η) 🔉  
kısasa kısas 🔉  

οφθαλμόν αντί οφθαλμού 🔉  
kısayol 🔉  

συντόμευση (η) 🔉  
συντομότερη διαδρομή (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱