Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kaç
🔉
πόσος
🔉
πόσοι
🔉
πόσες
🔉
kaç kaç
🔉
πόσο πόσο
🔉
kaça
🔉
σε πόσο
🔉
προς πόσο
🔉
kaça kaç
🔉
πόσο προς πόσο
🔉
kaçabilme
🔉
δυνατότητα διαφυγής (η)
🔉
kaçabilmek
🔉
μπορώ να διαφύγω
🔉
μπορώ να ξεφύγω
🔉
kaçak
🔉
φυγάς (ο)
🔉
λαθραίος
🔉
παράνομος
🔉
kaçakçı
🔉
λαθρέμπορος (ο)
🔉
διακινητής (ο)
🔉
kaçakçılık
🔉
λαθρεμπόριο (το)
🔉
διακίνηση (η)
🔉
kaçaklık
🔉
παρανομία (η)
🔉
λαθραιότητα (η)
🔉
kaçamak
🔉
μικρή απόδραση (η)
🔉
ερωτική περιπέτεια (η)
🔉
υπεκφυγή (η)
🔉
kaçamak yol
🔉
παρακαμπτήριος δρόμος (ο)
🔉
kaçamaklı
🔉
με υπεκφυγές
🔉
υπεκφυγικός
🔉
kaçar
🔉
από … ο καθένας
🔉
ανά …
🔉
κατά … (έκαστος)
🔉
kaçarcasına
🔉
σαν να διαφεύγει
🔉
φευγαλέα
🔉
kaçgöç
🔉
αποφυγή συναναστροφής ανδρών-γυναικών (η)
🔉
kaçı
🔉
πόσοι
🔉
πόσες
🔉
kaçık
🔉
εκκεντρικός
🔉
τρελός
🔉
kaçık öz
🔉
εκκεντρικός πυρήνας (ο)
🔉
kaçıkça
🔉
εκκεντρικά
🔉
τρελά
🔉
kaçıklık
🔉
εκκεντρικότητα (η)
🔉
τρέλα (η)
🔉
kaçılma
🔉
διαφυγή (η)
🔉
αποφυγή (η)
🔉
kaçılmak
🔉
διαφεύγω
🔉
αποφεύγομαι
🔉
kaçımsama
🔉
αποστροφή (η)
🔉
αποφυγή (η)
🔉
kaçımsamak
🔉
αποστρέφομαι
🔉
αποφεύγω
🔉
kaçımsar
🔉
αποστρεφής
🔉
αποφεύγων
🔉
kaçın kurası
🔉
κλήρωση αποφυγής (η)
🔉
kaçınabilme
🔉
δυνατότητα αποφυγής (η)
🔉
kaçınabilmek
🔉
μπορώ να αποφύγω
🔉
kaçıncı
🔉
ποιοστός
🔉
ποιοστή
🔉
kaçındırma
🔉
αποτροπή (η)
🔉
kaçındırmak
🔉
αποτρέπω
🔉
κάνω να αποφύγει
🔉
kaçıngan
🔉
αποφεύγων
🔉
διστακτικός
🔉
kaçınganlık
🔉
αποφυγή (η)
🔉
διστακτικότητα (η)
🔉
kaçınık
🔉
αποτραβηγμένος
🔉
αποφεύγων
🔉
kaçınılmaz
🔉
αναπόφευκτος
🔉
kaçınılmazlık
🔉
αναπόφευκτο (το)
🔉
αναπόφευκτος χαρακτήρας (ο)
🔉
kaçınış
🔉
αποφυγή (η)
🔉
kaçınma
🔉
αποφυγή (η)
🔉
kaçınmak
🔉
αποφεύγω
🔉
αποστρέφομαι
🔉
kaçıntı
🔉
αποφυγή (η)
🔉
υπεκφυγή (η)
🔉
kaçırabilme
🔉
δυνατότητα απαγωγής (η)
🔉
δυνατότητα διαφυγής (η)
🔉
δυνατότητα να χάσει κανείς (η)
🔉
kaçırabilmek
🔉
μπορώ να απαγάγω
🔉
μπορώ να αφήσω να διαφύγει
🔉
μπορώ να χάσω
🔉
kaçırılma
🔉
απαγωγή (η)
🔉
kaçırılmak
🔉
απάγομαι
🔉
kaçırış
🔉
απαγωγή (η)
🔉
διαφυγή (η)
🔉
απώλεια (η)
🔉
kaçırıverme
🔉
αιφνίδια απαγωγή (η)
🔉
αιφνίδια απώλεια (η)
🔉
kaçırıvermek
🔉
απαγάγω αμέσως
🔉
χάνω αμέσως
🔉
kaçırma
🔉
απαγωγή (η)
🔉
διαφυγή (η)
🔉
απώλεια (η)
🔉
kaçırmak
🔉
απαγάγω
🔉
αφήνω να διαφύγει
🔉
χάνω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱