Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kalp
🔉
καρδιά (η)
🔉
kalp
🔉
καρδιά (η)
🔉
kalp acısı
🔉
πόνος καρδιάς (ο)
🔉
καρδιοπόνος (ο)
🔉
kalp ağrısı
🔉
καρδιακός πόνος (ο)
🔉
kalp akçe
🔉
κίβδηλο νόμισμα (το)
🔉
kalp aksesi
🔉
καρδιακό φύσημα (το)
🔉
kalp çarpıntısı
🔉
αίσθημα παλμών (το)
🔉
ταχυπαλμία (η)
🔉
kalp çizgesi
🔉
ηλεκτροκαρδιογράφημα (το)
🔉
kalp çizgesi yöntemi
🔉
ηλεκτροκαρδιογραφική μέθοδος (η)
🔉
kalp hastası
🔉
καρδιοπαθής (ο/η)
🔉
kalp kası
🔉
καρδιακός μυς (ο)
🔉
kalp krizi
🔉
καρδιακή προσβολή (η)
🔉
έμφραγμα (το)
🔉
kalp sektesi
🔉
καρδιακή ανακοπή (η)
🔉
συγκοπή (η)
🔉
kalp spazmı
🔉
καρδιακός σπασμός (ο)
🔉
kalp yarası
🔉
πληγή της καρδιάς (η)
🔉
kalp yetmezliği
🔉
καρδιακή ανεπάρκεια (η)
🔉
kalpak
🔉
καλπάκι (το)
🔉
kalpakçı
🔉
κατασκευαστής καλπακιών (ο)
🔉
kalpakçılık
🔉
κατασκευή καλπακιών (η)
🔉
kalpaklı
🔉
με καλπάκι
🔉
kalpaklık
🔉
υλικό για καλπάκι (το)
🔉
kalpazan
🔉
παραχαράκτης (ο)
🔉
κιβδηλοποιός (ο)
🔉
kalpazanlık
🔉
παραχάραξη (η)
🔉
κιβδηλοποιία (η)
🔉
kalpçi
🔉
καρδιολόγος (ο)
🔉
kalpgâh
🔉
καρδιά (η)
🔉
κέντρο (το)
🔉
kalplaşma
🔉
καρδιοποίηση (η)
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
kalplaşmak
🔉
σκληραίνω
🔉
γίνομαι σαν καρδιά
🔉
kalpli
🔉
με καρδιά
🔉
καρδιόσχημος
🔉
kalplilik
🔉
καρδιά (η)
🔉
καρδιοσχημία (η)
🔉
kalplık
🔉
καρδιοειδές (το)
🔉
σχήμα καρδιάς (το)
🔉
kalpsiz
🔉
άκαρδος
🔉
kalpsizce
🔉
άκαρδα
🔉
kalpsizlik
🔉
αναλγησία (η)
🔉
σκληροκαρδία (η)
🔉
kalpten
🔉
από καρδιάς
🔉
εγκάρδια
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱