Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
kamu
🔉
δημόσιο (το)
🔉
κοινό (το)
🔉
☆
kamu davası
🔉
δημόσια δίωξη (η)
🔉
☆
kamu denetçiliği
🔉
Συνήγορος του Πολίτη (ο)
🔉
θεσμός του Συνηγόρου του Πολίτη (ο)
🔉
☆
kamu denetçisi
🔉
Συνήγορος του Πολίτη (ο)
🔉
☆
kamu diplomasisi
🔉
δημόσια διπλωματία (η)
🔉
☆
kamu düzeni
🔉
δημόσια τάξη (η)
🔉
☆
kamu eczacısı
🔉
δημόσιος φαρμακοποιός (ο)
🔉
☆
kamu görevlisi
🔉
δημόσιος υπάλληλος (ο)
🔉
λειτουργός (ο)
🔉
☆
kamu güvenliği
🔉
δημόσια ασφάλεια (η)
🔉
☆
kamu hizmeti
🔉
δημόσια υπηρεσία (η)
🔉
κοινωφελής υπηρεσία (η)
🔉
☆
kamu hukuku
🔉
δημόσιο δίκαιο (το)
🔉
☆
kamu idaresi
🔉
δημόσια διοίκηση (η)
🔉
☆
kamu kesimi
🔉
δημόσιος τομέας (ο)
🔉
☆
kamu kurumu
🔉
δημόσιος οργανισμός (ο)
🔉
δημόσιο ίδρυμα (το)
🔉
☆
kamu personeli
🔉
δημόσιο προσωπικό (το)
🔉
δημόσιοι υπάλληλοι (οι)
🔉
☆
kamu sağlığı
🔉
δημόσια υγεία (η)
🔉
☆
kamu sektörü
🔉
δημόσιος τομέας (ο)
🔉
☆
kamu tanrıcı
🔉
πανθεϊστής (ο)
🔉
☆
kamu tanrıcılık
🔉
πανθεϊσμός (ο)
🔉
☆
kamu yararı
🔉
δημόσιο συμφέρον (το)
🔉
κοινωφελές όφελος (το)
🔉
☆
kamu yönetimi
🔉
δημόσια διοίκηση (η)
🔉
δημόσια διαχείριση (η)
🔉
☆
kamuflaj
🔉
καμουφλάζ (το)
🔉
παραλλαγή (η)
🔉
☆
kamufle
🔉
καμουφλάρω
🔉
συγκαλύπτω
🔉
☆
kamulaştırabilme
🔉
δυνατότητα απαλλοτρίωσης (η)
🔉
☆
kamulaştırabilmek
🔉
δύναμαι να απαλλοτριώσω
🔉
☆
kamulaştırılma
🔉
απαλλοτρίωση (η)
🔉
☆
kamulaştırılmak
🔉
απαλλοτριώνομαι
🔉
☆
kamulaştırma
🔉
απαλλοτρίωση (η)
🔉
εθνικοποίηση (η)
🔉
☆
kamulaştırmak
🔉
απαλλοτριώνω
🔉
εθνικοποιώ
🔉
☆
kamuoyu
🔉
κοινή γνώμη (η)
🔉
☆
kamus
🔉
λεξικό (το)
🔉
☆
kamusal
🔉
δημόσιος
🔉
κοινός
🔉
☆
kamusal alan
🔉
δημόσιος χώρος (ο)
🔉
δημόσια σφαίρα (η)
🔉
☆
kamusallaşma
🔉
δημοσιοποίηση (η)
🔉
κοινωνικοποίηση (η)
🔉
☆
kamusallaşmak
🔉
δημοσιοποιούμαι
🔉
κοινωνικοποιούμαι
🔉
☆
kamusallaştırma
🔉
δημοσιοποίηση (η)
🔉
κοινωνικοποίηση (η)
🔉
☆
kamusallaştırmak
🔉
δημοσιοποιώ
🔉
κοινωνικοποιώ
🔉
☆
kamutay
🔉
βουλή (η)
🔉
συνέλευση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱