Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kanun
🔉
νόμος (ο)
🔉
κανονισμός (ο)
🔉
kânun
🔉
Κανών (ο)
🔉
kanun adamı
🔉
νομοταγής (ο/η)
🔉
kanun dışı
🔉
παράνομος
🔉
kanun dışılık
🔉
παρανομία (η)
🔉
kanun hükmünde kararname
🔉
πράξη νομοθετικού περιεχομένου (η)
🔉
kanun koyucu
🔉
νομοθέτης (ο)
🔉
kanun koyuculuğu
🔉
νομοθετική ιδιότητα (η)
🔉
kanun layihası
🔉
σχέδιο νόμου (το)
🔉
kanun maddesi
🔉
άρθρο νόμου (το)
🔉
kanun sözcüsü
🔉
εκπρόσωπος του νόμου (ο)
🔉
kanun tasarısı
🔉
σχέδιο νόμου (το)
🔉
kanun teklifi
🔉
πρόταση νόμου (η)
🔉
kanuncu
🔉
νομομαθής (ο/η)
🔉
νομοδιδάσκαλος (ο)
🔉
kanunculuk
🔉
νομομάθεια (η)
🔉
kanunen
🔉
νομίμως
🔉
κατά νόμον
🔉
kanuni
🔉
νομικός
🔉
νομοθετικός
🔉
kanuniyet
🔉
νομιμότητα (η)
🔉
kanunlaşma
🔉
νομοθέτηση (η)
🔉
θεσμοθέτηση (η)
🔉
kanunlaşmak
🔉
νομοθετούμαι
🔉
θεσμοθετούμαι
🔉
kanunlaştırılma
🔉
νομοθετικοποίηση (η)
🔉
θεσμοθέτηση (η)
🔉
kanunlaştırılmak
🔉
νομοθετικοποιούμαι
🔉
θεσμοθετούμαι
🔉
kanunlaştırma
🔉
νομοθετικοποίηση (η)
🔉
θεσμοθέτηση (η)
🔉
kanunlaştırmak
🔉
νομοθετικοποιώ
🔉
θεσμοθετώ
🔉
kanunname
🔉
νομοθετικό διάταγμα (το)
🔉
κώδικας νόμων (ο)
🔉
kanunsuz
🔉
παράνομος
🔉
άνομος
🔉
kanunsuzluk
🔉
παρανομία (η)
🔉
ανομία (η)
🔉
kanunuesasi
🔉
Σύνταγμα (το)
🔉
kânunuevvel
🔉
Δεκέμβριος (ο)
🔉
kânunusani
🔉
Ιανουάριος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱