Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kap
🔉
δοχείο (το)
🔉
σκεύος (το)
🔉
kap
🔉
κάλυμμα (το)
🔉
καπάκι (το)
🔉
kâp
🔉
δοχείο (το)
🔉
kap kacak
🔉
σκεύη (τα)
🔉
οικιακά σκεύη (τα)
🔉
kapak
🔉
καπάκι (το)
🔉
κάλυμμα (το)
🔉
kapak bıçkıcısı
🔉
πριονιστής καπακιών (ο)
🔉
kapak bıçkısı
🔉
πριόνι καπακιών (το)
🔉
kapak kızı
🔉
κορίτσι εξωφύλλου (το)
🔉
kapak tahtası
🔉
σανίδα καπακιού (η)
🔉
kapak takımı
🔉
σετ καπακιών (το)
🔉
kapak taşı
🔉
πλάκα κάλυψης (η)
🔉
kapak yıldızı
🔉
αστέρι εξωφύλλου (το)
🔉
kapakçık
🔉
βαλβίδα (η)
🔉
πτερύγιο (το)
🔉
kapaklanış
🔉
κάλυψη (η)
🔉
kapaklanma
🔉
κάλυψη (η)
🔉
kapaklanmak
🔉
καλύπτομαι
🔉
σκεπάζομαι
🔉
kapaklı
🔉
με καπάκι
🔉
καλυμμένος
🔉
kapaklı valf
🔉
βαλβίδα με πτερύγιο (η)
🔉
kapaklık
🔉
κάλυμμα (το)
🔉
καπάκι (το)
🔉
kapaksız
🔉
χωρίς καπάκι
🔉
ακάλυπτος
🔉
kapalı
🔉
κλειστός
🔉
κεκλεισμένος
🔉
kapalı bölge
🔉
κλειστή περιοχή (η)
🔉
kapalı çarşı
🔉
σκεπαστή αγορά (η)
🔉
κλειστή αγορά (η)
🔉
kapalı devre
🔉
κλειστό κύκλωμα (το)
🔉
kapalı devre yayını
🔉
εκπομπή κλειστού κυκλώματος (η)
🔉
kapalı duruşma
🔉
κεκλεισμένων των θυρών δίκη (η)
🔉
kapalı gişe
🔉
sold out
🔉
πλήρης πληρότητα (η)
🔉
kapalı görüş
🔉
κλειστή επίσκεψη (η)
🔉
kapalı hava
🔉
συννεφιά (η)
🔉
κλειστός καιρός (ο)
🔉
kapalı hece
🔉
κλειστή συλλαβή (η)
🔉
kapalı kalp ameliyatı
🔉
εγχείρηση κλειστής καρδιάς (η)
🔉
kapalı kutu
🔉
κλειστό κουτί (το)
🔉
αίνιγμα (το)
🔉
kapalı oturum
🔉
κλειστή συνεδρίαση (η)
🔉
kapalı rejim
🔉
κλειστό καθεστώς (το)
🔉
kapalı tohumlular
🔉
αγγειόσπερμα (τα)
🔉
kapalı toplum
🔉
κλειστή κοινωνία (η)
🔉
kapalı tribün
🔉
σκεπαστή κερκίδα (η)
🔉
kapalı yer korkusu
🔉
κλειστοφοβία (η)
🔉
kapalı yüzme havuzu
🔉
κλειστή πισίνα (η)
🔉
κλειστό κολυμβητήριο (το)
🔉
kapalılık
🔉
κλειστότητα (η)
🔉
kapama
🔉
κλείσιμο (το)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
kapamaç
🔉
κλείστρο (το)
🔉
kapamacı
🔉
κλειστής (ο)
🔉
kapamak
🔉
κλείνω
🔉
σκεπάζω
🔉
kapan
🔉
παγίδα (η)
🔉
kapan duygu
🔉
καταπιεσμένο συναίσθημα (το)
🔉
kapan kapana
🔉
παγίδα μέσα σε παγίδα (η)
🔉
kapanabilme
🔉
δυνατότητα κλεισίματος (η)
🔉
kapanabilmek
🔉
μπορώ να κλείσω
🔉
δύναμαι να κλείσω
🔉
kapanca
🔉
καπάντζα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱