Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
kapı
🔉
πόρτα (η)
🔉
θύρα (η)
🔉
kapı ağası
🔉
αρχιθυρωρός (ο)
🔉
kapı ağzı
🔉
κατώφλι (το)
🔉
είσοδος (η)
🔉
kapı bir komşu
🔉
διπλανός γείτονας (ο)
🔉
kapı çuhadarı
🔉
αυλικός θυρωρός (ο)
🔉
kapı duvar
🔉
πόρτα-τοίχος (η)
🔉
αδιαφορία (η)
🔉
kapı halkı
🔉
οικιακό προσωπικό (το)
🔉
kapı kâhyası
🔉
οικονόμος (ο)
🔉
kapı kapamaca
🔉
κρυφτό με πόρτες (το)
🔉
kapı karşı komşu
🔉
απέναντι γείτονας (ο)
🔉
kapı kethüdası
🔉
επιστάτης (ο)
🔉
kapı kolu
🔉
πόμολο (το)
🔉
χερούλι πόρτας (το)
🔉
kapı komşu
🔉
γείτονας (ο)
🔉
kapı kulu
🔉
υπηρέτης της Πύλης (ο)
🔉
kapı mandalı
🔉
μάνταλο (το)
🔉
kapı oğlanı
🔉
υπηρέτης θύρας (ο)
🔉
kapı perdesi
🔉
κουρτίνα πόρτας (η)
🔉
kapı tokmağı
🔉
ρόπτρο (το)
🔉
kapı yoldaşı
🔉
σύντροφος πορείας (ο)
🔉
kapıaltı
🔉
υπόστεγο εισόδου (το)
🔉
kapıcı
🔉
θυρωρός (ο)
🔉
πορτιέρης (ο)
🔉
kapıcık
🔉
μικρή πόρτα (η)
🔉
πορτάκι (το)
🔉
kapıcılık
🔉
θυρωρία (η)
🔉
kapıda
🔉
στην πόρτα
🔉
στην είσοδο
🔉
kapıkule
🔉
Καπίκουλε (το)
🔉
kapılabilme
🔉
δυνατότητα να παρασυρθεί (η)
🔉
kapılabilmek
🔉
μπορώ να παρασυρθώ
🔉
δύναμαι να παρασυρθώ
🔉
kapılandırma
🔉
τοποθέτηση θυρών (η)
🔉
kapılandırmak
🔉
τοποθετώ θύρες
🔉
βάζω πόρτες
🔉
kapılanma
🔉
παρασύρση (η)
🔉
kapılanmak
🔉
παρασύρομαι
🔉
kapılgan
🔉
ευεπίφορος
🔉
επιρρεπής
🔉
kapılganlık
🔉
επιρρέπεια (η)
🔉
kapılı
🔉
με πόρτα
🔉
θυρωτός
🔉
kapılılık
🔉
ύπαρξη θυρών (η)
🔉
kapılış
🔉
παρασύρση (η)
🔉
kapılıverme
🔉
αιφνίδια παρασύρση (η)
🔉
kapılıvermek
🔉
παρασύρομαι αμέσως
🔉
kapılma
🔉
παρασύρση (η)
🔉
kapılmak
🔉
παρασύρομαι
🔉
ενθουσιάζομαι
🔉
kapış
🔉
άρπαγμα (το)
🔉
kapışabilme
🔉
δυνατότητα να αρπαχτούν (η)
🔉
kapışabilmek
🔉
μπορώ να αρπαχτώ
🔉
δύναμαι να αρπαχτώ
🔉
kapısı açık
🔉
ανοιχτόθυρος
🔉
kapışılma
🔉
άρπαγμα (το)
🔉
kapışılmak
🔉
αρπάζομαι
🔉
kapısız
🔉
χωρίς πόρτα
🔉
άθυρος
🔉
kapısızlık
🔉
έλλειψη πόρτας (η)
🔉
kapışma
🔉
πάλη (η)
🔉
συμπλοκή (η)
🔉
άρπαγμα (το)
🔉
kapışmak
🔉
παλεύω
🔉
συμπλέκομαι
🔉
αρπάζομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱