Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
karşı
🔉
απέναντι
🔉
κατά
🔉
αντί
🔉
☆
karşı akın
🔉
αντεπίθεση (η)
🔉
αντεφόρμηση (η)
🔉
☆
karşı devrim
🔉
αντεπανάσταση (η)
🔉
☆
karşı düşünce
🔉
αντίθετη άποψη (η)
🔉
αντιρρητική σκέψη (η)
🔉
☆
karşı düşürüm
🔉
αντιπαραγωγή (η)
🔉
☆
karşı gelim
🔉
αντίδραση (η)
🔉
αντιπαράθεση (η)
🔉
☆
karşı görüş
🔉
αντίθετη γνώμη (η)
🔉
☆
karşı karşıya
🔉
αντικριστά
🔉
αντιμέτωπος
🔉
☆
karşı olum
🔉
αντίδραση (η)
🔉
αντιθετική στάση (η)
🔉
☆
karşı oy
🔉
αντίθετη ψήφος (η)
🔉
μειοψηφούσα ψήφος (η)
🔉
☆
karşı sav
🔉
αντεπιχείρημα (το)
🔉
αντίθετη θέση (η)
🔉
☆
karşıcı
🔉
αντιτιθέμενος
🔉
αντίπαλος (ο)
🔉
☆
karşıcılık
🔉
αντιπολίτευση (η)
🔉
αντιθετικότητα (η)
🔉
☆
karşıdan karşıya
🔉
απέναντι
🔉
από τη μια πλευρά στην άλλη
🔉
☆
karşılama
🔉
υποδοχή (η)
🔉
ανταπόκριση (η)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
☆
karşılama töreni
🔉
τελετή υποδοχής (η)
🔉
☆
karşılamak
🔉
υποδέχομαι
🔉
ανταποκρίνομαι
🔉
καλύπτω
🔉
προϋπαντώ
🔉
☆
karşılanabilme
🔉
δυνατότητα υποδοχής (η)
🔉
δυνατότητα κάλυψης (η)
🔉
☆
karşılanabilmek
🔉
δύναμαι να υποδεχθώ
🔉
δύναμαι να καλύψω
🔉
δύναμαι να ανταποκριθώ
🔉
☆
karşılanış
🔉
υποδοχή (η)
🔉
τρόπος υποδοχής (ο)
🔉
☆
karşılanma
🔉
υποδοχή (η)
🔉
κάλυψη (η)
🔉
☆
karşılanmak
🔉
υποδέχομαι (παθ.)
🔉
καλύπτομαι
🔉
ικανοποιούμαι
🔉
☆
karşılaşabilme
🔉
δυνατότητα συνάντησης (η)
🔉
δυνατότητα αντιπαράθεσης (η)
🔉
☆
karşılaşabilmek
🔉
δύναμαι να συναντηθώ
🔉
δύναμαι να αντιπαρατεθώ
🔉
☆
karşılaşma
🔉
συνάντηση (η)
🔉
αντιπαράθεση (η)
🔉
αναμέτρηση (η)
🔉
☆
karşılaşmak
🔉
συναντώ
🔉
συναντιέμαι
🔉
αντιπαρατίθεμαι
🔉
αναμετριέμαι
🔉
☆
karşılaştırabilme
🔉
δυνατότητα σύγκρισης (η)
🔉
☆
karşılaştırabilmek
🔉
δύναμαι να συγκρίνω
🔉
☆
karşılaştırılma
🔉
σύγκριση (η)
🔉
☆
karşılaştırılmak
🔉
συγκρίνομαι
🔉
☆
karşılaştırma
🔉
σύγκριση (η)
🔉
παραβολή (η)
🔉
☆
karşılaştırma derecesi
🔉
βαθμός σύγκρισης (ο)
🔉
☆
karşılaştırmacı
🔉
συγκριτολόγος (ο)
🔉
☆
karşılaştırmak
🔉
συγκρίνω
🔉
παραβάλλω
🔉
☆
karşılaştırmalı
🔉
συγκριτικός
🔉
☆
karşılaştırmalı dil bilgisi
🔉
συγκριτική γραμματική (η)
🔉
☆
karşılaştırmalı dil bilimi
🔉
συγκριτική γλωσσολογία (η)
🔉
☆
karşılaştırmalı edebiyat
🔉
συγκριτική λογοτεχνία (η)
🔉
☆
karşılayabilme
🔉
δυνατότητα κάλυψης (η)
🔉
δυνατότητα ικανοποίησης (η)
🔉
δυνατότητα υποδοχής (η)
🔉
☆
karşılayabilmek
🔉
δύναμαι να καλύψω
🔉
δύναμαι να ικανοποιήσω
🔉
δύναμαι να υποδεχθώ
🔉
☆
karşılayış
🔉
υποδοχή (η)
🔉
τρόπος υποδοχής (ο)
🔉
☆
karşılık
🔉
αντίτιμο (το)
🔉
αντάλλαγμα (το)
🔉
ανταπόδοση (η)
🔉
αντιστοιχία (η)
🔉
ισοδύναμο (το)
🔉
απάντηση (η)
🔉
☆
karşılıklı
🔉
αμοιβαίος
🔉
αλληλο-
🔉
αντικριστός
🔉
☆
karşılıklı yapraklar
🔉
αντίθετα φύλλα (τα)
🔉
☆
karşılıklıca
🔉
αμοιβαίως
🔉
αλληλο-
🔉
αντικριστά
🔉
☆
karşılıklılık
🔉
αμοιβαιότητα (η)
🔉
αλληλεξάρτηση (η)
🔉
☆
karşılıksız
🔉
άνευ ανταλλάγματος
🔉
ανιδιοτελής
🔉
ακάλυπτος
🔉
☆
karşılıksız aşk
🔉
ανεκπλήρωτος έρωτας (ο)
🔉
μονόπλευρος έρωτας (ο)
🔉
☆
karşılıksız çek
🔉
ακάλυπτη επιταγή (η)
🔉
☆
karşılıksızca
🔉
άνευ ανταλλάγματος
🔉
ανιδιοτελώς
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱