Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
karar 🔉  

απόφαση (η) 🔉  
γνώμη (η) 🔉  
σταθερότητα (η) 🔉  
karargâh 🔉  

στρατηγείο (το) 🔉  
έδρα (η) 🔉  
kararınca 🔉  

κατά την απόφασή του 🔉  
όπως πρέπει 🔉  
kararış 🔉  

σκοτείνιασμα (το) 🔉  
kararıverme 🔉  

άμεση απόφαση (η) 🔉  
kararıvermek 🔉  

αποφασίζω αμέσως 🔉  
kararlama 🔉  

σκοτείνιασμα (το) 🔉  
kararlamadan 🔉  

χωρίς να σκοτεινιάσει 🔉  
kararlamak 🔉  

σκοτεινιάζω 🔉  
μαυρίζω 🔉  
kararlaşma 🔉  

οριστικοποίηση (η) 🔉  
kararlaşmak 🔉  

οριστικοποιούμαι 🔉  
παγιώνομαι 🔉  
kararlaştırabilme 🔉  

δυνατότητα λήψης απόφασης (η) 🔉  
kararlaştırabilmek 🔉  

μπορώ να αποφασίσω 🔉  
μπορώ να καθορίσω 🔉  
kararlaştırılma 🔉  

καθορισμός (ο) 🔉  
λήψη απόφασης (η) 🔉  
kararlaştırılmak 🔉  

καθορίζομαι 🔉  
αποφασίζομαι 🔉  
kararlaştırma 🔉  

καθορισμός (ο) 🔉  
λήψη απόφασης (η) 🔉  
kararlaştırmak 🔉  

καθορίζω 🔉  
αποφασίζω 🔉  
kararlı 🔉  

αποφασιστικός 🔉  
σταθερός 🔉  
kararlı dalga 🔉  

στάσιμο κύμα (το) 🔉  
kararlı denge 🔉  

σταθερή ισορροπία (η) 🔉  
kararlıca 🔉  

αποφασιστικά 🔉  
σταθερά 🔉  
kararlılık 🔉  

αποφασιστικότητα (η) 🔉  
σταθερότητα (η) 🔉  
kararma 🔉  

σκοτείνιασμα (το) 🔉  
μαύρισμα (το) 🔉  
kararmak 🔉  

σκοτεινιάζω 🔉  
μαυρίζω 🔉  
kararname 🔉  

διάταγμα (το) 🔉  
kararsız 🔉  

αναποφάσιστος 🔉  
ασταθής 🔉  
kararsız denge 🔉  

ασταθής ισορροπία (η) 🔉  
kararsızca 🔉  

αναποφάσιστα 🔉  
ασταθώς 🔉  
kararsızlık 🔉  

αναποφασιστικότητα (η) 🔉  
αστάθεια (η) 🔉  
karartabilme 🔉  

δυνατότητα σκοτεινιάσματος (η) 🔉  
δυνατότητα συσκότισης (η) 🔉  
karartabilmek 🔉  

μπορώ να σκοτεινιάσω 🔉  
μπορώ να συσκοτίσω 🔉  
karartı 🔉  

συσκότιση (η) 🔉  
σκοτεινό ίχνος (το) 🔉  
karartılma 🔉  

συσκότιση (η) 🔉  
karartılmak 🔉  

συσκοτίζομαι 🔉  
karartıverme 🔉  

άμεση συσκότιση (η) 🔉  
karartıvermek 🔉  

συσκοτίζω αμέσως 🔉  
karartma 🔉  

συσκότιση (η) 🔉  
μαύρισμα (το) 🔉  
karartmak 🔉  

συσκοτίζω 🔉  
μαυρίζω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱