Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
kazı
🔉
ανασκαφή (η)
🔉
εκσκαφή (η)
🔉
☆
kazı bilimci
🔉
αρχαιολόγος ανασκαφών (ο)
🔉
☆
kazı bilimi
🔉
ανασκαφική (η)
🔉
αρχαιολογική ανασκαφή (η)
🔉
☆
kazı bilimsel
🔉
ανασκαφικός
🔉
αρχαιολογικός
🔉
☆
kazık
🔉
πάσσαλος (ο)
🔉
παλούκι (το)
🔉
υπερβολική χρέωση (η)
🔉
☆
kazık fren
🔉
φρένο πασσάλου (το)
🔉
☆
kazık kök
🔉
πασσαλώδης ρίζα (η)
🔉
☆
kazık marka
🔉
πασσαλωτό σημάδι (το)
🔉
☆
kazıkazan
🔉
πασσαλοπήκτης (ο)
🔉
☆
kazıkçı
🔉
κερδοσκόπος (ο)
🔉
απατεώνας (ο)
🔉
☆
kazıkçılık
🔉
κερδοσκοπία (η)
🔉
απάτη (η)
🔉
☆
kazıklama
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
υπερχρέωση (η)
🔉
☆
kazıklamak
🔉
πασσαλώνω
🔉
υπερχρεώνω
🔉
εξαπατώ
🔉
☆
kazıklanma
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
υπερχρέωση (η)
🔉
☆
kazıklanmak
🔉
πασσαλώνομαι
🔉
υπερχρεώνομαι
🔉
εξαπατώμαι
🔉
☆
kazıklayış
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
υπερχρέωση (η)
🔉
☆
kazıklı
🔉
πασσαλωτός
🔉
με πάσσαλους
🔉
☆
kazıklı humma
🔉
πασσαλώδης πυρετός (ο)
🔉
☆
kazıl
🔉
εκσκαπτέος
🔉
προς ανασκαφή
🔉
☆
kazılı
🔉
σκαμμένος
🔉
χαραγμένος
🔉
☆
kazılış
🔉
σκάψιμο (το)
🔉
εκσκαφή (η)
🔉
☆
kazılma
🔉
εκσκαφή (η)
🔉
σκάψιμο (το)
🔉
☆
kazılmak
🔉
σκάβομαι
🔉
εκσκάπτομαι
🔉
☆
kazım
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
απόξεση (η)
🔉
☆
kazıma
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
απόξεση (η)
🔉
☆
kazıma resim
🔉
χαρακτική (η)
🔉
χαλκογραφία (η)
🔉
☆
kazımak
🔉
ξύνω
🔉
αποξέω
🔉
☆
kazımık
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
απόξεση (η)
🔉
☆
Kâzımkarabekir
🔉
Καζίμ Καραμπεκίρ (ο)
🔉
☆
kazınma
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
απόξεση (η)
🔉
☆
kazınmak
🔉
ξύνομαι
🔉
αποξέομαι
🔉
☆
kazıntı
🔉
ξύσμα (το)
🔉
απόξεσμα (το)
🔉
υπόλειμμα (το)
🔉
☆
kazıntılı
🔉
με ξύσματα
🔉
με υπολείμματα
🔉
☆
kazıntısız
🔉
χωρίς ξύσματα
🔉
χωρίς υπολείμματα
🔉
☆
kazıtma
🔉
απόξεση (η)
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
☆
kazıtmak
🔉
αποξέω
🔉
ξύνω
🔉
☆
kazıttırma
🔉
ανάθεση απόξεσης (η)
🔉
☆
kazıttırmak
🔉
βάζω να ξύσουν
🔉
αναθέτω απόξεση
🔉
☆
kazıyabilme
🔉
δυνατότητα ξυσίματος (η)
🔉
δυνατότητα απόξεσης (η)
🔉
☆
kazıyabilmek
🔉
μπορώ να ξύσω
🔉
μπορώ να αποξέσω
🔉
☆
kazıyış
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
απόξεση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱